Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Αντιπολεμική ποίηση

        Ποιήματα για τον πόλεμο και την ειρήνη


          

1. Έκτωρ και Ανδρομάχη: Ο αποχαιρετισμός (Ομήρου Ιλιάδα, ραψ. Ζ 429...481)

Έκτωρ, συ είσαι δι’ εμέ πατέρας και μητέρα,
συ αδελφός, συ ανθηρός της κλίνης σύντροφός μου.
Αλλά λυπήσου μας, και αυτού μείνε στον πύργον, μήπως
ορφανό κάμης το παιδί και χήραν την γυναίκα...».
Και προς αυτήν απάντησεν ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Όλα τα αισθάνομαι κι εγώ, γυνή μου, αλλά φοβούμαι
και των ανδρών το πρόσωπο και των σεμνών μητέρων,
αν μ’ έβλεπαν ως άνανδρος να φεύγω από την μάχην.
Ούδ’ η καρδιά μου θέλει το, που μ’ έμαθε να είμαι
γενναίος πάντοτε κι εμπρός να μάχωμαι των Τρώων
χάριν της δόξας του πατρός και της δικής μου ακόμη.
...Αλλά των Τρώων η φθορά δεν με πληγώνει τόσο
και του πατρός μου ο θάνατος και της σεμνής μητρός μου
και των γλυκών μου αδελφών, οπού πολλοί και ανδρείοι
από τες λόγχες των εχθρών θα κυλισθούν στο χώμα
όσ’ ο καημός σου, όταν κανείς των Αχαιών σε πάρη
εις την δουλείαν, ενώ συ θα οδύρεσαι, θα κλαίης,
εις τ’ Άργος ξένον ύφασμα θα υφαίνης προσταγμένη.
Απ’ την Υπέρειαν πηγήν ή από την Μεσσηίδα
νερό θα φέρνη στανικώς, από σκληρήν ανάγκην.
Κι ενώ συ κλαίεις θενά ειπούν: «Ιδέτε την συμβίαν
του Έκτορος που πρώτευε των ιπποδάμων Τρώων
στον πόλεμον, που ολόγυρα στην Ίλιον πολεμούσαν.».
Αυτά θα ειπούν και μέσα σου θα ξαναζήση ο πόνος
του ανδρός εκείνου, όπου δεν ζη δια να σε ελευθερώση.
Αλλά παρά τον θρήνον σου και τ’ όνειδος ν’ ακούσω
βαθιά στην γην καλύτερα να με σκεπάση ο τάφος.».
 Και ο μέγας Έκτωρ άπλωσε τα χέρια στο παιδί του.
Έσκουξ’ εκείνο κι έγειρε στο στήθος της βυζάστρας.
Φοβήθη τον πατέρα του καθώς είδε ν’ αστράφτουν
τ’ άρματα και απ’ την κόρυθα της περικεφαλαίας
την χαίτην που τρομακτικώς επάνω του εσειόταν. 
Εγέλασε ο πατέρας του και η σεβαστή μητέρα.
Και ο μέγας Έκτωρ έβγαλε την περικεφαλαίαν
και καταγής την έθεσαν οπού λαμποκοπούσε.
φίλησε κι εχόρευσε στα χέρια το παιδί του...».

Ως είπε αυτά, στην αγκαλιά της ποθητής συμβίας
το βρέφος έβαλε και αυτή στο μυροβόλο στήθος
το πήρε γελοκλαίοντας. Την ελυπήθη εκείνος,
εχάιδευσέ την κι έλεγε: «Αγαπητή, μη θέλεις
τόσο δι’ εμέ να θλίβεσαι, στοχάσου ότι στον Άδη
δε θα με στειλη άνθρωπος η ώρα μου πριν φθάση.
Και άνθρωπος άμα γεννηθή είτε γενναίος είναι,
είτε δειλός δεν δύναται τη μοίρα ν’ αποφύγη.
Αλλ’ άμε σπίτι, έχει στον νουν τα έργα τα δικά σου,
την ηλακάτην, τ’ αργαλειό, και πρόσταζε τες κόρες
να εργάζωνται. Στον πόλεμον θα καταγίνουν όλοι
οι άνδρες που εγεννήθησαν στην Τροίαν κι εγώ πρώτος.».
                                 (Μετάφραση Ιακώβου Πολυλά, ΟΕΔΒ, 2001)

  

 2. Ο ρίψασπις (Αρχίλοχος ο Πάριος, 6ος αι. πΧ)
 
                 σπδι μν Σαων τις γλλεται͵ ν παρ
                 θμνωι͵ ντος μμητον͵ κλλιπον
                 οκ θλων· ατν δ΄ ξεσωσα.
                 τ μοι μλει σπς κενη; ρρτω·
                 ξατις κτσομαι ο κακω.

Μετ.          Με την ασπίδα μου χαίρεται κάποιος Σάιος, την οποία
                  δίπλα σ’ ένα θάμνο -όπλο μου περίτεχνο- πέταξα
                  χωρίς να το θέλω· τον εαυτό μου όμως έσωσα.
                  Τί με νοιάζει η ασπίδα εκείνη; Ας χαθεί·
                  Πάλι θα αποκτήσω καλύτερη.   



3. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (Διονύσιος Σολωμός, Από το β΄ σχεδίασμα)
I
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

II
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

................................................................................

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».   
  

4. Τα μοιρολόγια (Δημητσάνα Γορτυνίας,  Γκυ Σονιέ)

    Ποια μάνα  ’χει τα δυο παιδιά στον πόλεμο σταλμένα
    πέστε της μην τα καρτερεί και μην τα περιμένει
    τι εκείνα σκοτωθήκανε στου Δομοκού τον κάμπο
    κι ο Δομοκός κατέβασε κατεβασιά μεγάλη
    φέρνει λιθάρια ριζιμιά δέντρα ξεριζωμένα
    φέρνει και μια γλυκομηλιά  τα μήλα φορτωμένη
    και στα περικλωνάρια της δυο αδέρφια αγκαλιασμένα  
    το ’να το λένε  Κωσταντή, τ’ άλλο το λένε Γιάννη.

              
              
                5. Ο Μιχαλιός (Κώστας Καρυωτάκης)
 
Tο Mιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη.
Kαμαρωτά ξεκίνησε κι ωραία
με το Mαρή και με τον Παναγιώτη.
Δεν μπόρεσε να μάθει καν το «επ’ ώμου».
Όλο εμουρμούριζε: «Kυρ Δεκανέα,
άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».


Tον άλλο χρόνο, στο νοσοκομείο,
αμίλητος τον ουρανό κοιτούσε.
Eκάρφωνε πέρα, σ’ ένα σημείο,
το βλέμμα του νοσταλγικό και πράο,
σα να ’λεγε, σαν να παρακαλούσε:
«Aφήστε με στο σπίτι μου να πάω».
Kι ο Mιχαλιός επέθανε στρατιώτης.

 Tον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Mαρής κι ο Παναγιώτης.
Aπάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απέξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.



 6.  Γράμματα π᾿ τ μέτωπο (Γιάννης Ρίτσος)

Μάνα, μι παπαρούνα σήμερα εδα
ξω π᾿ τ᾿ μπρ κα μ᾿ γγιξε λπίδα.
Σ
ν τ πουλί, πο πάει κλαδ-κλαδί,
παίρνω κα
γ στρατ τ μονοπάτι,
στ
ς μνήμης κουμπώντας τ ραβδί,
ν
᾿ ράξω στ χωρι ψυχ κα μάτι.

Τέτοιον καιρ μς δέχονταν ο κάμποι,
μέσ
᾿ π᾿ τ φύλλα βλέπαμε ν λάμπει
θάλασσα γαλάζια κα στιλπν
ο
νεραντζις εώδιαζαν τς ρες
κι
κούαμε στ σιωπ τν αγιν
στ
χλόη ν πέφουν ο πρες.

Τς Κυριακς τ βράδια, καθισμένοι
στ
ς αλς τ πεζούλι ερηνεμένοι,
φουγκραζόμασταν κστατικο
το
τριζονιο τς τρίλλιες π᾿ τ φράχτη
κα
πλάι μου σύ, σ Μοίρα φιλική,
τ
ς στοργς σου ξετύλιγες τ᾿ δράχτι.

Στν οραν να-να νάβαν τ᾿ στρα
κι
νθιζαν τ᾿ στρα στο νο μας τ γλάστρα
κι
λα εταν γύρω γνά, γλυκά, ερά,
κα
μο εταν καρδι τόσο καθάρια
πο
θελα ν χαϊδεύω τρυφερ
το
ς νθρώπους, τ ζα κα τ λιθάρια.


 

7. «Ειρήνη» (Γιάννη Ρίτσου)

 

Τ' όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ' όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ' τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ' απόβραδο μ' ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ' ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ' οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ' τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που 'σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που 'καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ' οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ' ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ' άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ' αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ' άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ' αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ' όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ' άλλο. Ειρήνη.
                                        Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)  

 

8. Nικηφόρου Βρεττάκου, «Ένας στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο»

Ποιος θα μας φέρει λίγον ύπνο εδώ που βρισκόμαστε;
Θα μπορούσαμε τότες τουλάχιστο
να ιδούμε πως έρχεται τάχατε η μάνα μας
βαστάζοντας στη μασχάλη της ένα σεντόνι λουλακιασμένο
με μια ποδιά ζεστασιά και κατηφέδες από το σπίτι μας.


Ένα φθαρμένο μονόγραμμα στην άκρη του μαντηλιού: ένας κόσμος χαμένος.
Τριγυρίζουμε πάνω στο χιόνι με τις χλαίνες κοκκαλιασμένες.
Ποτέ δεν βγήκε ο ήλιος σωστός απ' τα υψώματα του Μοράβα,
ποτέ δεν έδυσε ο ήλιος αλάβωτος απ' τ' αρπάγια της Τρεμπεσίνας.
Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.


(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
Δε θα μου πήγαινε αυτή η προσβολή περασμένη υπό μάλης,
δε θα μου πήγαινε αυτό το ντουφέκι αν δεν ήσουν εσύ,
γλυκό χώμα που νιώθεις σαν άνθρωπος,
αν δεν ήτανε πίσω μας λίκνα και τάφοι που μουρμουρίζουν
αν δεν ήτανε άνθρωποι κι αν δεν ήταν βουνά με περήφανα
μέτωπα, κομμένα θαρρείς απ' το χέρι του θεού
να ταιριάζουν στον τόπο, στο φως και το πνεύμα του.


Η νύχτα μάς βελονιάζει τα κόκκαλα μέσα στ' αμπριά· εκεί μέσα
μεταφέραμε τα φιλικά μας πρόσωπα και τ' ασπαζόμαστε
μεταφέραμε το σπίτι και την εκκλησιά του χωριού μας
το κλουβί στο παράθυρο, τα μάτια των κοριτσιών,
το φράχτη του κήπου μας, όλα τα σύνορά μας,
την Παναγία με το γαρούφαλο, ασίκισσα,
που μας σκεπάζει τα πόδια πριν απ' το χιόνι,
που μας διπλώνει στη μπόλια της πριν απ' το θάνατο.


Μα ό,τι κι αν γίνει εμείς θα επιζήσουμε.
Άνθρωποι κατοικούν μες στο πνεύμα της Ελευθερίας αμέτρητοι,
Άνθρωποι όμορφοι μες στη θυσία τους, Άνθρωποι.
Το ότι πεθάναν, δεν σημαίνει πως έπαψαν να υπάρχουν εκεί,
με τις λύπες, τα δάκρυα και τις κουβέντες τους.
Ο ήλιος σας θα 'ναι ακριβά πληρωμένος.
Αν τυχόν δεν γυρίσω, ας είστε καλά,
σκεφτείτε για λίγο πόσο μου στοίχισε.


(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο).
                                                       ( Τα ποιήματα, τόμος πρώτος)
     9.  Ο ήλιος και ο στρατιώτης (Νικηφόρος Βρεττάκος)

                             Εσύ μου έχεις δώσει την όραση.
                    Κ’ είδα πρωινά στον ουρανό να περπατάνε
                              σαν παγώνια,
                    είδα τα εφτά σου χρώματα στις πεταλούδες
                    του κήπου μου του πατρικού – τον κόσμο όλο αυτό
                    τον αγάπησα βλέποντας.
                         Ήμουνα προϊόν
                    σοφίας και σοφά ήτανε τοποθετημένα
                    τα μάτια μου στο πρόσωπό μου, όλα σοφά
                    στο σώμα μου. Κι ήρθα να ζήσω,
                    να ζήσω ήλιε μου ήθελα, εδώ όπου το φώς σου,
                    όπως όλα τα πράγματα της γης, το ίδιο και με μένα
                    μ’ εξευγενίζει φέγγοντάς με. Αλλά, το συλλογίζομαι:
        
                    Χέρια σοφά μου δόθηκαν γι’ ανόητες πράξεις.              
     
                                   
                                        10. Ακόμα δεν μπόρεσα  (Γιώργος Σαραντάρης)

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ
Πάνω από την καταστροφή
Δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους
Δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε
Από τη συντροφιά μου
Πως έχασαν τον αγέρα που εγώ αναπνέω
Και πως η μουσική των λουλουδιών
Ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα
Δεν έρχεται στ' αυτιά τους
Ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ' άλογα
Που θα με φέρουν πλάι τους
Να τους μιλήσω
Να κλάψω μαζί τους
Και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους
Όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος
Σαν τίποτα να μην είχε γίνει
Σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω απ' τα κεφάλια μας.


11.Ποιήματα πο μς διάβασε να βράδυ λοχίας Οtto V... (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Σ δυ λεπτ θ κουστε τ παράγγελμα «μπρός»
Δ
ν πρέπει ν σκεφτε κανένας τίποτε λλο
μπρς σημαία μας κι μες φ᾿ πλου λόγχη π πίσω
πόψε θ χτυπήσεις νελέητα κα θ θ χτυπηθες
Θ τραβήξεις μπροστ τραγουδώντας ρυθμικ μβατήρια
Θ
τραβήξεις μπροστ πο μαντεύονται χιλιάδες νήσυχα μάτια
κε πο χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω π μία λλη σημαία
τοιμα ν χτυπήσουν κα ν χτυπηθον.
Σ᾿ να λεφτ πρέπει ν μς δώσουν τ σύνθημα
Μι
λεξούλα μικρ πο σ λίγο ξαίσια θ λάμψει.
(Κι γ πο χω μία ψυχ παιδικ κα δειλ
Πο
δν θέλει τίποτε λλο ν ξέρει π τν γάπη
Κι
γ πολεμ τόσα χρόνια χωρίς, Θέ μου, ν μάθω γιατί
Κα
δ βλέπω μπροστ τόσα χρόνια παρ μόνο τ δίδυμο δερφό μου.)
                 

 12. Στον Νίκο Ε… 1949,   (Μανόλης Αναγνωστάκης)

Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)
                                                 (Παρενθέσεις 1949)
                  
            
               13.  Κραυγή δέκατη πέμπτη (Κλείτος Κύρου)

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν
Στα νοσοκομεία κραυγάζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί καπνίζαν φημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη.

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους.

                    Κραυγές της νύχτας (1960) 


14. Τ’ αεροπλάνα πολυβολούσαν…(Νίκος Καρύδης)

            Τ’ αεροπλάνα πολυβολούσαν τα σπίτια μας,
            οι όλμοι γκρεμίζανε τις πόρτες,
            το σκοτάδι έμπαινε στις κάμαρες
            απ’ τα σπασμένα τζάμια των παραθυριών...

                              Στο μπαλκόνι είχαμε κρεμάσει ένα σεντόνι
                              και ζητούσαμε βοήθεια· 
                              σ’ ένα ματωμένο μαξιλάρι πέθαινε
                              ένας άγνωστος άνθρωπος.

                              Η ώρα δύο του μεσημεριού
                              κ’ έβρεχε...
                          
                              Ανάμεσα στις πιπεριές και τους ευκάλυπτους,
                              εκεί στο γύρισμα του έρημου δρόμου
                              στυλώναμε τα μάτια της ελπίδας
                              και περιμέναμε να φανής   
                              σα σημαία, σαν αγέρας –
                              έστω σα θάνατος.

                              Η ώρα δύο του μεσημεριού
                              κ’ έβρεχε...
                              Η ώρα δύο του μεσημεριού
                              και σε σκεφτόμουν...
                                                                            
 (Η τελευταία θάλασσα)
 


15.  Αυτοβιογραφία (Θανάσης Κωσταβάρας)

Σαν το αγρίμι έζησα.
Στυλώνοντας πάντα τ’ αυτί μου.
Αλλάζοντας πρόσωπο κι όνομα
Ανάμεσα σε τουφέκια, σίδερα και σκοινιά.
Μες σε πηγάδια έριξαν τον ύπνο μου.
Σκυλιά και σύρματα ξέσκισαν το κορμί μου.
Δεν μου άφησαν τίποτα.
Τη σιωπή μου γλίτωσα μόνο.
Σαν το αγρίμι έζησα τη ζωή μου.

                                   Από την «Κατάθεση» - 1965
 

16. «Οφειλή» (Τίτος Πατρίκιος)

Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ' έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.
Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.
Έτσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.

                                
                                17. Η νύχτα με βασανίζει και φέτος (Τάκης  Σινόπουλος)

                                 Σύντροφοι που άλλοτε σκοτώθηκαν
                                 Βγήκαν μες τα μεσάνυχτα
                                 Μισό το πρόσωπό τους φαγωμένο
                              
                                 Είχε μια αλλήθωρη ματιά το βλέμμα τους
                                  Ξέκοβε για τα περασμένα
                                 -Να ’ ρθεις μου είπε ο Ανδρέας
                               
                                  Τον περιμέναμε νύχτες και νύχτες ξάγρυπνοι
          
                                  Παντού καπνιές χαλάσματα γκρεμίδια
                                  Στον άλλο κόσμο θα’ χει ασπρίσει το γενάκι του
                                  Φυλλώματα σκεπάζουν την καρδιά  του

                                  Κι εσύ Μιχάλη πάλι σε θυμάμαι
                                  Άγουρος να κρυφομιλάς με το χαφιέ-
                                  Ένα τσαλακωμένο πρόσωπο
                    
                                  Ανθός της λεμονιάς βαθύ γαρύφαλο 
                                  Λουλούδια του άλλου κόσμου που τα πήρε ο άνεμος
                                  Και τώρα ασπρίζουνε μες το σκοτάδι  

                                                                                                               

18.  Ο Έκτορας κι η Ανδρομάχη (Ιάκωβος Καμπανέλλης) 

Από το Τρωικό κάστρο η Ανδρομάχη
στον Έκτορα που κίναε για τη μάχη
φώναξε με φωνή φαρμακωμένη:

«Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει,
όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει.
Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει,
στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει»

Έτσι κι εμένα η κόρη του Γαβρίλη
σαν έφευγα στις 20 τ' Απρίλη
μου φώναξε ψηλά από το μπαλκόνι:

«Στρατιώτη αν θες τη μάχη να κερδίσεις,
μια κοπελίτσα κοίτα ν' αγαπήσεις.
Όποιος το γυρισμό του όρκο δεν κάνει,
στρατιώτη μου, τον πόλεμο το χάνει».




19. Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος (Νίκος Γκάτσος)

Χρόνια και χρόνια μες στην άμμο
εκεί που ανθίζει η φοινικιά
δυο φίλοι πήγαιναν σε γάμο
δώρα κρατώντας και προικιά
Ο ένας ήταν ιρλανδός, ο άλλος ήταν ιουδαίος

Δίψα τους έκαιγε τα χείλη
μα πριν φωνάξουν τη βροχή
είδαν στην έρημο μια πύλη
που γραφε τέλος και αρχή
Μπροστά πηγαίνει ο ιρλανδός, πίσω πηγαίνει ο ιουδαίος


Πέρασαν τα μεγάλα τείχη
και κάπου εκεί στην αγορά
κάποιον ρωτήσανε στην τύχη
πού είναι ο γάμος κι η χαρά
Τον ρώτησε ο ιρλανδός, τον ρώτησε κι ο ιουδαίος

Κι αυτός απλώνοντας τα χέρια
τους έδειξε στο χώμα εμπρός
δυο πεθαμένα περιστέρια
που ήταν η νύφη κι ο γαμπρός
Δάκρυσε τότε ο ιρλανδός, δάκρυσε και ο ιουδαίος.

 
              20. Οι τρεις (Νικόλαους Λενάου)
 
       Αφού κι η τελευταία εχάθη μάχη, 

      τρεις ιππείς επιστρέφουνε μονάχοι.
 
      Από βαθιές πληγές το αίμα ρέει ζεστό,
      τ’ άλογο σκύβει να το εισπνέει.

      Από τη σέλα το αίμα τ’ αναβάτου, 

      κι από τους χαλινούς, έφτασε κάτου.

      Αγάλι αγάλι τ’ άλογο πηγαίνει, 

      αλλά το αίμα τρέχει και πληθαίνει.

      Οι τρεις ιππείς πηγαίνουν πλάι πλάι, 

      ο ένας στον άλλο γέρνει κι ακουμπάει.

      Στο πρόσωπο βλέπουν ο ένας τον άλλο, 

      και λένε μ’ αναστεναγμό μεγάλο:

      - Από μια κόρη τρυφερά αγαπούμαι, 

      γι’ αυτό τώρα πεθαίνοντας λυπούμαι.
 

      - Έχω χτήματα πολλά, σπίτια, δάση,
      κι η νύχτα έτσι νωρίς θα με σκεπάσει.

      - Δεν έχω πάρεξ το Θεό του κόσμου,
      μα πόσο με φοβίζει ο θάνατός μου!

      Και καθώς με τ’ άλογα προχωρούνε,

      τρία κοράκια γύρω τους πετούνε.

      Τους μοιράζονται, κρώζοντας καθένα:
       -Δικοί σας οι δυο, κι ο τρίτος εμένα.

    
                                       
                        
              
             21. Επαναστάτης (απόσπασμα) (1922) / Bidrohi,   (Καζί Ναζρούλ Ισλάμ)
            Εξαντλημένος από τις μάχες, εγώ, ο μεγάλος επαναστάτης
                      Θα αναπαυθώ εν ειρήνη μόνο όταν βρω
 Τον ουρανό και τους αιθέρες ελεύθερους από τα λυπηρά βογγυτά των καταπιεσμένων.
      Μόνο όταν τα πεδία των μαχών θα είναι καθαρά από τον θόρυβο των αιμοσταγών σπαθιών,
                       Εξαντλημένος από τις μάχες, θα αναπαυθώ εν ειρήνη
                                           Εγώ, ο μεγάλος επαναστάτης. 
                                                               
                     
                                 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου