Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Πνευματική ηγεσία:"Ο ρόλος και η παρουσία των πνευματικών ανθρώπων"



Πνευματικοί άνθρωποι: Διανόηση και διανοούμενοι
                                                                                                 
                                                                                                      
Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                                φιλόλογος
    Από τους πρώτους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητας υπήρχε σαφής κοινωνική διάκριση των ανθρώπων, που μπορούσαν να διανοηθούν περισσότερο από τους άλλους, να εισηγηθούν πρωτότυπες ιδέες ή ανακαλύψεις και να δημιουργήσουν έργα ανεξίτηλα στο χρόνο. Οι βασιλείς τους έπαιρναν στην αυλή τους, τους έκαναν συμβούλους τους, τους ανέθεταν έργα πνοής και μεγαλοπρέπειας, γιατί ήξεραν ότι ο λαός τους αναγνώριζε τη σοφία ή το δημιουργικό τάλαντο και ήθελαν να καρπωθούν λίγη από την αίγλη τους. Πολλοί από αυτούς τους πνευματώδεις και χαρισματικούς ανθρώπους έγιναν νομοθέτες και πολιτικοί ταγοί, γιατί ο λαός τους εμπιστεύτηκε την εξουσία, την οποία όμως εγκατέλειπαν οικειοθελώς για να μην προδώσουν την εμπιστοσύνη του λαού. Τέτοιοι σοφοί νομοθέτες, πολιτικοί φιλόσοφοι, διανοούμενοι ποιητές ή συγγραφείς κι εμπνευσμένοι δημιουργοί ήταν η elite κάθε εποχής, οι πνευματικοί της άνθρωποι, που εισηγούνταν τις μεγάλες αλλαγές στην κοινωνία και διαμόρφωναν τις εξελίξεις στα γράμματα, τις τέχνες, τις επιστήμες και τον πολιτισμό. Γι’ αυτό τον λόγο ολόκληρες εποχές, όπως η αρχαία ελληνική διανόηση (5ος αι. πX), η ιταλική Αναγέννηση, η γερμανική Μεταρρύθμιση ή ο γαλλικός Διαφωτισμός, αποτέλεσαν σταθμό στην παγκόσμια ιστορία του πνεύματος.

Ποιος θεωρείται πνευματικός άνθρωπος:

   Σύμφωνα με τον πιο αυστηρό προσδιορισμό της έννοιας πνευματικοί άνθρωποι θεωρούνται αυτοδίκαια όσοι υπερέχουν εμφανώς έναντι των άλλων, για το γνωστικό τους υπόβαθρο, τις πανεπιστημιακές σπουδές και τις διακρίσεις τους σε τίτλους, το επιστημονικό, διδακτικό και συγγραφικό τους έργο ή την καλλιτεχνική τους διαδρομή. Όλοι οι άνθρωποι γενικά των γραμμάτων και των τεχνών, οι διακεκριμένοι πανεπιστημιακοί καθηγητές, οι επιστήμονες, οι συγγραφείς, οι λογοτέχνες, οι ελεύθεροι στοχαστές και δημιουργοί, είναι πνευματικοί άνθρωποι, για την εσωτερική πνευματική τους καλλιέργεια και το έργο τους, που θεωρείται όντως αξιόλογο και χαρακτηρίζει μια ολόκληρη εποχή.



    Υπό την ευρύτερη έννοια πνευματικοί άνθρωποι είναι και όσοι έχουν κάνει ανώτατες σπουδές και μπορούν να επηρεάσουν ή και να διαμορφώσουν τη στάση των ανθρώπων, όπως είναι οι εκπαιδευτικοί, οι δικαστικοί, οι μορφωμένοι κληρικοί, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι τεχνοκριτικοί, οι ηθοποιοί του θεάτρου, οι σκηνοθέτες, οι συνθέτες, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές κ.α. Οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν εσωτερική καλλιέργεια και ήθος που δεν αμφισβητούνται από κανένα και παρουσιάζουν μια συνέπεια λόγων και έργων, ώστε να θεωρούνται σημαντικοί για την κοινωνία και τους θεσμούς της. Δε φτάνει δηλαδή να είναι κάποιος πολυδιαβασμένος ή να ¨ξέρει πολλά γράμματα¨ για να χαρακτηριστεί πνευματικός άνθρωπος, αν δεν αξιοποιεί τον πλούτο των εμπειριών του ή την πνευματική του δύναμη και υπεροχή επ’ ωφελεία της κοινωνίας στην οποία ζει.

Πότε ο πνευματικός άνθρωπος γίνεται ταγός:

   Ο πνευματικός άνθρωπος όσο σπουδαίος επιστήμονας, πανεπιστημιακός δάσκαλος, φιλόσοφος, διανοούμενος, συγγραφέας ή καλλιτέχνης είναι ex officio δηλαδή εκ θέσεως ή εξ επαγγέλματος, δεν ανήκει στην πνευματική ηγεσία της εποχής του, αν δεν είναι πρωτίστως ον κοινωνικό και πολιτικό. Δεν αρκούν οι τίτλοι και οι διακρίσεις για το έργο τους, αν δεν έχουν σκοπό την ωφέλεια του συνόλου και δεν υπηρετούν με τις πράξεις τους τα πανανθρώπινα ιδανικά. Αυτή η ηθική κοινωνική αποστολή του πνευματικού ανθρώπου δε γίνεται να διαχωριστεί από το καθαρώς πνευματικό τους έργο. Διαφορετικά δεν είναι πνευματικοί ταγοί, δεν είναι η πραγματική διανόηση η intelligentsia, που έχει ανάγκη ο κόσμος, να αφουγκραστεί το σφυγμό της εποχής, να γίνει η φωνή των αδυνάτων και το παράδειγμα των ελεύθερων ανθρώπων που αγωνίζονται στη ζωή, αλλά μια ¨βολεμένη αριστοκρατία¨ του πνεύματος ή νομενκλατούρα. Κανένας δε λέει οι διανοούμενοι να υποτιμήσουν το πνευματικό τους έργο για το κοινωνικό τους χρέος ή να υποβιβάσουν τη σκέψη τους για να τους κατανοεί όλος ο λαός, αντιθέτως θα πρέπει να εμπνεύσουν τον λαό με το πνευματικό τους έργο. Όπως δεν μπορούμε να αποκόψουμε και να απομονώσουμε το πνεύμα από το σώμα των ανθρώπων, άλλο τόσο δεν μπορούμε να αποκόψουμε και να απομονώσουμε τον πνευματικό άνθρωπο από το σώμα της κοινωνίας ή την ίδια την εποχή του.


Ποια είναι η αποστολή των πνευματικών ανθρώπων:

1) Η πρώτη τους ευθύνη απορρέει από την κύρια ιδιότητά τους. Πρέπει να διατηρούν την πνευματικότητά τους και να υπηρετούν με συνέπεια και ήθος αυτό που επαγγέλλονται. Είτε πασχίζουν για την καταξίωση, είτε είναι ήδη καταξιωμένοι στον χώρο τους, δεν πρέπει να εγκαταλείπουν την προσπάθεια υπέρβασης του εαυτού τους, ούτε να επαναπαύονται σε όσα κέρδισαν, αλλά θα πρέπει να θέτουν πάντα κάποιους στόχους υψηλότερους κάθε φορά, ατομικούς και συλλογικούς. Έτσι οι θεράποντες της επιστήμης πάντα θα γοητεύονται από το μυστήριο της γνώσης και θα αναζητούν την Αλήθεια των πραγμάτων, ενώ οι υπηρέτες των Καλών τεχνών θα επιδιώκουν πάντα την τελειότητα.

2) Η γνώση τους θα πρέπει να μετασχηματίζεται σε κρίση και άποψη, σε φωτισμό ψυχής και να διώχνει τα σκοτάδια της αμάθειας ή της ημιμάθειας των ανθρώπων. Η γνώση και η εμπειρία δεν πρέπει να είναι προνόμια για λίγους εκλεκτούς ή μυημένους, αλλά να γίνονται αντικείμενο της εμπειρίας και κρίσης των άλλων. Έτσι θ’ ανυψώσουν πνευματικά τον λαό, θα τον εμπνεύσουν ηθικά, θα τον διαφωτίσουν και θα τον διαπαιδαγωγήσουν. Η γνώμη των πνευματικών ανθρώπων δεν είναι μια απλή γνώμη, αλλά μια συμβουλή, που σε πολλές περιπτώσεις αποδεικνύεται και προφητική, γιατί έχουν την πνευματική διαύγεια και την ηρεμία να διαβλέπουν και να ερμηνεύουν τις δυνάμεις που κρύβονται πίσω από τα γεγονότα ή τα φαινόμενα, που δεν κατανοούν οι άλλοι.

3) Η γνώση θα πρέπει να συνοδεύεται από την πράξη και να δίνει τη λύση στα προβλήματα ηθικών επιλογών. Δεν μπορεί ο πνευματικός άνθρωπος να είναι μέρος της κρίσης που ο ίδιος καταγγέλλει, τότε θα είναι ηθικά ανακόλουθος και πνευματικά αναξιόπιστος ως διανοούμενος. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει η ζωή του να εναρμονίζεται με τα ιδανικά του και τις αξίες που πρεσβεύει και διακηρύσσει, για να γίνεται έτσι ο ίδιος πρότυπο μίμησης και όχι αποστροφής. Αν διακηρύσσει την ελευθερία δεν πρέπει να σιωπά ή να λιποτακτεί σε ώρες κρίσης της δημοκρατίας, ούτε να κλείνεται στο σπίτι από φόβο μην φυλακιστεί. Οι πραγματικοί αγωνιστές της ελευθερίας δε μένουν στα λόγια, κινούν γη και ουρανό, γίνονται οι ίδιοι επαναστάτες και αν χρειαστεί θυσιάζονται για αυτή. Το παράδειγμα του Ρήγα είναι ίσως το πιο τρανταχτό και παράλληλα το πιο γοητευτικό.

4) Οι πνευματικοί άνθρωποι πρέπει να έχουν τη δύναμη να καταγγέλλουν τους φορείς της θεσμικής εξουσίας για τις κάθε λογής αυθαιρεσίες, καταχρήσεις και παραβάσεις των νόμων. Γι’ αυτό δεν πρέπει να εξαρτώνται από οικονομικά συμφέροντα ή πολιτικά κέντρα εξουσίας, γιατί διαφορετικά χάνουν την αντικειμενικότητά τους, ο λόγος τους είναι κατευθυνόμενος και ο ρόλος τους καθοδηγούμενος. Παύουν να είναι πνευματικοί άνθρωποι και από ελεύθεροι στοχαστές, γίνονται ιδεοληπτικοί, φανατικοί και εμπαθείς.

5)  Η μόνη στράτευση του πνευματικού ανθρώπου, που συγχωρείται ή επιβάλλεται, είναι η στράτευση στην υπηρεσία του ανθρώπου. Γι’ αυτό πρέπει ν’ αγωνίζεται για το γενικό καλό, να προασπίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την ισότητα και τις αρχές της δημοκρατίας στη χώρα του, αλλά και την παγκόσμια ειρήνη και τη σωτηρία του πλανήτη διεθνώς.

6) Οι πνευματικοί άνθρωποι θα πρέπει να στηλιτεύουν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας, να καταδεικνύουν τις ανεπάρκειες των θεσμών και τις αναχρονιστικές νοοτροπίες των ανθρώπων και να αποκηρύσσουν τη συμβατική ηθική, την τυπολατρία και την υποκρισία της εποχής. Ακόμα θα πρέπει να διατηρούν την κριτική εφεκτική τους στάση απέναντι σ’ αυτή την άνευ όρων και ορίων τεχνολογική κορύφωση της εποχής μας, που δημιούργησε πολλές στρεβλώσεις και εξαρτήσεις στην καθημερινότητα μας και αλλοίωσε το κοινωνικό μας προφίλ, όσο και το περιβάλλον γύρω μας. Περισσότερο επικριτικοί θα πρέπει να είναι απέναντι σ’ αυτό το διαλυτικό πνεύμα της εποχής, που τα πάντα εξαρτώνται από την ανταγωνιστική οικονομία, τους νόμους της αγοράς, την ευμάρεια αγαθών και την καταναλωτική κουλτούρα των ανθρώπων. Αυτός ο ανελέητος υλισμός που μας κατέχει από μικρή ηλικία είναι η αιτία του παραγκωνισμού των ηθικών αξιών και των πνευματικών ενδιαφερόντων στη ζωή μας.


Πως εξηγείται η απουσία των πνευματικών ανθρώπων:

   Η απουσία των πνευματικών ανθρώπων από την κοινωνική και πολιτική ζωή είναι συνήθως συνειδητή επιλογή και σκόπιμη στάση ζωής, από λογοτέχνες ή εικαστικούς κυρίως, γιατί έτσι βρίσκουν την ηρεμία και την απαιτούμενη αυτοσυγκέντρωση ώστε να γράφουν ή να δημιουργούν. Αποτραβιούνται από την κοινωνία, απομονώνονται στο χώρο τους και ασχολούνται μόνο με την τέχνη τους γιατί θεωρούν πως έτσι διατηρούν την ακεραιότητά τους, την αυτονομία της έκφρασής τους και υπηρετούν καλύτερα την τέχνη τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι όντως πειστικός αν σκεφτούμε πως η υπερβολική ενασχόληση κάποιων θεωρούμενων πνευματικών ανθρώπων με τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα γίνεται εκ του ασφαλούς και για λόγους δημοσιότητας. Πολλοί χρησιμοποιούν την κοινωνική κατάσταση για τη δική τους προβολή και καταφεύγουν στα Μέσα και κυρίως την τηλεόραση, για γίνουν πιο ελκυστικοί και να εντυπωσιάσουν το τηλεοπτικό κοινό, σαν να πρόκειται για πολιτικούς που βγήκαν προς άγραν ψήφων. Αυτή η εικόνα είναι πολύ οικεία σήμερα, γίνεται όμως κατανοητή ως προς τις προθέσεις από τον  λαό και γι’ αυτό ανεπιθύμητη.

   Αυτές οι δύο τάσεις είναι σημείο αντιλεγόμενο σε κάθε εποχή και είναι μια παραλλαγή της γνωστής διαμάχης στον χώρο της τέχνης και των δύο διαφορετικών δογμάτων, ¨η τέχνη για την τέχνη¨ και ¨η τέχνη για τον άνθρωπο¨. Κανένας δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν να συμπεριφέρεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για ανθρώπους ευφυείς ή πνευματώδεις. Δεν μπορεί κανείς να είναι απόλυτος στις κρίσεις του για τους άλλους, όταν δε γνωρίζει την προσωπικότητά τους ή τα κίνητρα των επιλογών τους. Πολλοί αποστασιοποιούνται από την κοινωνία γιατί έτσι εμπνέονται περισσότερο και αισθάνονται καλύτερα με τον εαυτό τους, παρά με τους άλλους. Πολλοί είναι ιδιαίτερα σεμνοί και μοναχικοί από ιδιοσυγκρασία, άλλοι αγοραφοβικοί κι απόκοσμοι, ολιγόλογοι ή σιωπηλοί εκ πεποιθήσεως, οπότε δεν έχουν άλλο τρόπο να μιλήσουν παρά μόνο με το έργο τους και δίνονται σύψυχοι σ’ αυτό.

    Στην ιστορία των γραμμάτων και των τεχνών υπάρχουν πολλές τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων που κρύβονταν από τους ενοχλητικούς δημοσιογράφους, ή τους θαυμαστές τους ενώ ήταν άγνωστος ο τόπος διαμονής τους συνήθως. Οι πιο πολυσυζητημένοι μυστικοπαθείς ή ερημίτες συγγραφείς στην Αμερική ήταν ο πολυβραβευμένος Τόμας Πίντσον (¨V¨, ¨Συλλογή των 49 στο σφυρί¨, ¨Ουράνιο τόξο της βαρύτητας¨) και ο Τζέρομ Ντειβιντ Σάλιντζερ (Ο φύλακας στη σίκαλη), που δεν υπήρχε ούτε φωτογραφία τους, ούτε είχαν μιλήσει ποτέ σε δημοσιογράφο, ενώ λιγότερο απόκοσμος ήταν ο τιμημένος με Νόμπελ Έρνεστ Χεμινγουέη. Νομπελίστας ήταν και ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, που απείχε επιμελώς από τη δημόσια ζωή και τον ίδιο τρόπο αθόρυβης ποιητικής δημιουργίας και προσωπικής ζωής ακολούθησαν ο Νίκος Γκάτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος και ο Μίλτος Σαχτούρης, όλοι τους σουρεαλιστές. Στη νεότερη παγκόσμια λογοτεχνία γνωστοί απόκοσμοι συγγραφείς είναι ο Λατινοαμερικάνος Κάρλος Καστανέντα και ο Τσέχος Μίλαν Κούντερα.

Έρνεστ Χεμινγουέη
Μίλαν Κούντερα
   
    Το ζητούμενο δεν είναι όμως τι επιλέγουν να κάνουν ή τι δεν κάνουν στη ζωή τους οι διανοούμενοι συγγραφείς, όσο η δική μας στάση. Αυτοί έχουν επιλέξει να επικοινωνούν με το κοινό τους μόνο με αυτό που ξέρουν πολύ καλά να κάνουν, την τέχνη τους, χωρίς να ανακατεύονται στο πλήθος ή να χρησιμοποιούν τη δημοσιότητα. Σε αντίθετη περίπτωση θα έκαναν κάτι που δε θα πίστευαν και θα αναιρούσε όλο τους τον ιδεολογικό κόσμο, που εκφράζουν και στα έργα τους. Μην απαιτούμε λοιπόν από τους πνευματικούς ανθρώπους να ¨κατέβουν¨ στο επίπεδο του λαού, όσο ν’ ανεβάσουμε εμείς το δικό μας επίπεδο και να προσεγγίσουμε το έργο τους. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι διαλαλητής, δεν εμπορεύεται τις γνώσεις ή το ταλέντο του, δεν αυτοδιαφημίζεται ως διανοούμενος ή συγγραφέας. Αυτές τις ιδιότητες τις αποδίδει ο κόσμος στους πραγματικά εκλεκτούς. Ο Χεμινγουέη έλεγε σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του ότι ¨όσο πιο καλός είναι ένας συγγραφέας, τόσο λιγότερο μιλάει για τον εαυτό του και για το έργο του¨. Πόσο αντιφατική είναι όμως η κατάσταση σήμερα που διάφοροι επώνυμοι συγγράφουν για να γίνουν συγγραφείς και οργανώνουν event, όπως το λένε, για παρουσιάσεις βιβλίων με τηλεοπτική κάλυψη και τη συνδρομή των εκδοτικών οίκων, σαν να είναι κοσμικά πάρτυ; Αυτά βλέπει ο κόσμος και κρατάει αποστάσεις, γιατί κανένας μεγάλος ποιητής μας ή λογοτέχνης δεν έγινε σπουδαίος από τέτοιες παρουσιάσεις βιβλίων και πληρωμένες διαφημίσεις. Το αντίθετο μάλιστα…

Παράλληλα κείμενα: 
1)
¨Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου με κάτι μισοσβησμένες νωπογραφίες. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποια απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Ακούω πως έχουν πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί, τ’ αντίγραφα όχι τα πρωτότυπά τους, όπως και οι διακυμάνσεις του δολλαρίου, ο πληθωρισμός και οι συναλλαγές κομμάτων – αλίμονο. Έφτασα στο σημείο να ονειρεύομαι για τον άνθρωπο μια καινούργια Σαρακοστή, όπου νηστεύει όλους τους καρπούς της επικαιρότητας.¨   Οδυσσέας Ελύτης

2) ¨Δεν είναι οι διανοούμενοι που σιωπούν, αλλά η κοινωνία που δεν ακούει, η κοινή γνώμη που δεν προσέχει, ούτε αφουγκράζεται. Ο λόγος τους έχει χάσει το παραδοσιακό βάρος του, δεν έχει την απήχηση που είχε. Αυτό που προβάλλεται η εκτιμάται είναι η πληροφορία και η εξειδικευμένη γνώση κι όχι ο γενικότερος στοχασμός. Πολλοί επιστήμονες είναι ειδικοί σε διάφορους γνωστικούς κλάδους, μελετητές, τεχνοκράτες, δεν έχει όμως διαμορφωθεί ανάμεσά τους ουσιαστικός σύνδεσμος πνευματικός, που να τους θέτει ενιαίους κοσμοθεωρητικούς και πρακτικούς προσανατολισμούς και να ελέγχει άγρυπνα την πραγματοποίησή τους. Είναι επομένως και μάταιο ν’ αναζητήσουμε σ’ αυτούς μια ολοκληρωμένη εθνική ιδεολογία που θα τους ένωνε σε μια ενιαία εθνική δράση πνευματικής ηγεσίας.
    Δεν είναι ακριβές ότι η πνευματική ηγεσία σιωπά, οι εκπρόσωποί της είναι λαλίστατοι. Το ζήτημα είναι περί τίνος μιλούν, ποιοι είναι εκείνοι που τους θέλουν να μιλούν και ποιοι τους ακούν. Το ζήτημα είναι επίσης αν με τα λεγόμενά τους αναλαμβάνουν την ευθύνη του ρόλου τους. Οι φορείς του νέου κόσμου, τα Μέσα, έχουν κάνει τις επιλογές τους και προβάλλουν τη διανόησή τους ως τη μόνη που μπορεί να ¨παίξει¨ στο χρηματιστήριο των νέων αξιών. Αρκετοί διανοούμενοι έχουν ενσωματωθεί σ’ αυτό το σύστημα αξιών και μέσω των ΜΜΕ αρθρώνουν λόγο, ο οποίος δεν είναι πλέον ανατρεπτικός, αλλά απλώς γοητευτικός για την πλειοψηφία των τηλεθεατών.¨Επαγγελματίες¨ διανοούμενοι, απευθύνονται στο βουβό κοινό των σφυγμομετρήσεων και το πληροφορούν, το διασκεδάζουν και το χειραγωγούν. Έτσι στον κόσμο των σκηνοθετημένων γεγονότων η κριτική σκέψη μπαίνει στο περιθώριο. Οι σύνθετες διασυνδέσεις μεταξύ του κόσμου της αγοράς, της πληροφορίας και της διανόησης μετασχηματίζουν τον ίδιο το θεωρητικό λόγο, ο οποίος καθώς ενσωματώνεται στα επικοινωνιακά δίκτυα υιοθετεί τη μορφή των μίντια, χάνει το κριτικό του περιεχόμενο και γίνεται ο ίδιος θέαμα.¨ (από δημοσιεύματα στον Τύπο)

3)
            Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
                          
            Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
            χάος
            είν’ η ψυχή μου
            που έκοψε με τα δόντια του
            ο Θεός

            άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
                                                             τα δείχνουν
                                                             τα πουλάνε
                                                             τα’ αγοράζουν
              
                                                             εγώ δεν τα πουλώ
                                                        
                                                             οι άνθρωποι
                                                             τα κοιτάζουν
                                                             με ρωτάνε
                                                             άλλοι γελάνε
                                                             άλλοι προσπερνάνε 
                            
                                                             εγώ δεν τα πουλώ
                                                                                  Μίλτος Σαχτούρης

Ρενέ Μαγκρίτ
Ο θεραπευτής
 


          

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

70o κριτήριο:"Η αξιολόγηση του μαθητή"

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
70o κριτήριο αξιολόγησης                                                       Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                        φιλόλογος
                                                      Η αξιολόγηση του μαθητή

    Η αξιολόγηση των μαθητών στο σχολείο είναι μια διαδικασία στενά συνυφασμένη με τη διδακτική πράξη και κατ’ επέκταση με τη συνολική κοινωνική λειτουργία του σχολείου. Συνήθως αναφέρεται στη διαδικασία, κατά την οποία ο διδάσκων συγκεντρώνει πληροφορίες από διαφορετικές πηγές, προκειμένου να διατυπώσει κρίσεις για έναν μαθητή ή για μια ομάδα μαθητών. Η αξιολόγηση των μαθητών ως αναπόσπαστο μέρος της μαθησιακής διαδικασίας, για να είναι επιτυχημένη, πρέπει να σχεδιάζεται για την υλοποίηση συγκεκριμένων σκοπών, να ακολουθεί συγκεκριμένη μεθοδολογική διαδικασία της οποίας τα κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν, για να αποτυπώσουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Επομένως, αποτελεί μια συνεχή διαδικασία, διάχυτη κατά τη διάρκεια της καθημερινής διδακτικής εργασίας, ενταγμένη στη ροή του εκπαιδευτικού έργου και πολύμορφη ως προς τους τρόπους και τις τεχνικές.

   Ωστόσο, για την αξιολόγηση των μαθητών εκφράζονται αντικρουόμενες απόψεις. Έτσι, οι επικριτές της αξιολόγησης, για να τεκμηριώσουν την άποψή τους, επικαλούνται λόγους που αφορούν τις ανεπιθύμητες παρενέργειες των παραδοσιακών μορφών βαθμολόγησης. Υποστηρίζουν πως διαταράσσεται η παιδαγωγική σχέση ανάμεσα στον μαθητή και στον δάσκαλο απ' τη στιγμή που ο τελευταίος αναλαμβάνει τον ρόλο του βαθμολογητή. Μάλιστα, δίνουν έμφαση στο γεγονός ότι ο δάσκαλος δεν είναι εκπαιδευμένος βαθμολογητής και συνεπώς η βαθμολογία του είναι παιδαγωγικά ερασιτεχνική. Σύμφωνα με άλλη άποψη η έλλειψη εμπιστοσύνης της κοινωνίας στο εκπαιδευτικό σύστημα ή η κρίση της νομιμοποίησης της εκπαίδευσης επιβάλλουν την αξιολόγηση, ενώ η ανατροφοδότηση και η παρώθηση που παρέχει η αξιολόγηση των μαθητών λειτουργούν ως μορφές άσκησης κοινωνικού ελέγχου.

   Εκτός από τα παραπάνω, αναφέρεται ότι η απόσταση ανάμεσα στην ποσοτική βαθμολόγηση και στην πραγματική αξία του μαθητή είναι μεγάλη. Επίσης, διατυπώνεται η άποψη ότι με τις εξετάσεις το κοινωνικό σύνολο ασκεί καταπίεση στο άτομο και ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ της αγωγής και της αξιολόγησης. Ακόμη, άλλοι επιστήμονες διατυπώνουν την άποψη ότι οι εξετάσεις επηρεάζουν αρνητικά την ψυχοσωματική εξέλιξη των παιδιών και ότι οι ψυχοσωματικές παράμετροι που ισχύουν για το κάθε άτομο στην κάθε φάση της εξέλιξής του επηρεάζουν με άμεσο τρόπο την επίδοσή του. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο αποδίδονται οι βαθμοί μας ενημερώνουν ελάχιστα για την ποιότητα και την ποσότητα της σχολικής μάθησης ενός μαθητή και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν συγκριτικά.

  Επιπλέον, πιστεύεται πως η αξιολόγηση έχει μετατραπεί σκόπιμα στα χέρια της άρχουσας κοινωνικής τάξης σε μέσο διατήρησης των κοινωνικών ανισοτήτων, σε μέσο διαιώνισης της διαφοράς των τάξεων και των ταξικών διακρίσεων. Επίσης, επειδή τα σχολικά διαγωνίσματα ενισχύουν την κοινωνική διάκριση σε βάρος των πιο αδύνατων κοινωνικών ομάδων, η σχολική αξιολόγηση καταλήγει σε ταξινόμηση των μαθητών, η οποία πολλές φορές δεν ανατρέπεται εφ’ όρου ζωής. Οι εξετάσεις και τα κάθε είδους διαγωνίσματα, εκτός από τα ψυχικά τραύματα που προκαλούν στους μαθητές, συντελούν και στην αναπαραγωγή των αρνητικών απόψεων που έχουν τα παιδιά για το αδέκαστο των μεγαλύτερων. Παράλληλα, οι επιστήμονες ζητούν ένα άλλο πιο ανθρώπινο αξιολογικό σύστημα, λιγότερο ζημιογόνο για την παιδική ψυχή που να συμφωνεί περισσότερο με τον σκοπό της αγωγής.

   Υπάρχουν, όμως, και οι υπέρμαχοι της αξιολόγησης που πιστεύουν πως η αξιολόγηση των μαθητών είναι αναγκαία. Θεωρούν μάλιστα πως, για να είναι αποτελεσματική, χρειάζεται να είναι τακτική και οι επιδόσεις στα διάφορα μαθήματα και στα κριτήρια εργασίας να γνωστοποιούνται εγκαίρως και γραπτώς στους αξιολογούμενους μαθητές. Ακόμη, υποστηρίζουν πως η σχολική αξιολόγηση προσφέρει στον μαθητή πληροφορίες για τον εαυτό του και έτσι αυτός αποκτά αυτογνωσία και αυτοαντίληψη. Με την αξιολόγηση επιβραβεύονται και αμείβονται εκείνοι που κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια και αυτό αποτελεί μια ηθική ικανοποίηση, αλλά και ένα αίσθημα δικαιοσύνης. Εξάλλου, λειτουργεί παρωθητικά κυρίως για τους μαθητές, οι οποίοι θεωρούν τις αξιολογήσεις σημαντικές και καθοριστικές, για να πετύχουν τους επιθυμητούς στόχους.

   Τέλος, η σχολική αξιολόγηση αφενός ανατροφοδοτεί τον εκπαιδευτικό για την αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας του και αφετέρου τροφοδοτεί με δεδομένα την εκπαιδευτική έρευνα και εξασφαλίζει «ανατροφοδότηση» και στο εκπαιδευτικό σύστημα. Με τον τρόπο αυτό η σχολική αξιολόγηση είναι μία από τις διαδικασίες που βοηθούν στη λήψη αποφάσεων. Συμβάλλει στο να γνωρίζουν γονείς και μαθητές εκ των προτέρων τις πιθανότητες αξιοποίησης των δυνατοτήτων των παιδιών και επομένως να προσανατολίζονται σωστά ως προς το μελλοντικό επάγγελμά τους.

Π. Μανωλάκος (2010). Η αξιολόγηση του μαθητή. Εφαρμοσμένη Παιδαγωγική. Περιοδική Ηλεκτρονική Έκδοση του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης, 1-8 (διασκευή).

Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις περίπου.
                                                                                      Μονάδες 25
Β1. Να βρείτε τα συνώνυμα των λέξεων ή φράσεων που σας δίνονται: κατ’ επέκταση, επικριτές, ασυμφωνία, εφ’ όρου ζωής, αδέκαστο.
                                                                                      Μονάδες 5
Β2. Για κάθε λέξη να βρείτε από ένα αντώνυμο: αναπόσπαστο, πολύμορφη, ενισχύουν, ανατρέπεται, ζημιογόνo.
                                                                                      Μονάδες 5
Β3. Ποιος είναι ο τρόπος ανάπτυξης της τελευταίας παραγράφου του κειμένου;  Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
                                                                                      Μονάδες 5
Β4.α. Ποιος είναι ο τρόπος και τα μέσα πειθούς στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου;
Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
β. Ποια είναι η συλλογιστική πορεία στην ίδια παράγραφο; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
                                                                                      Μονάδες 10 (6+4)
Β5. Σε μια παράγραφο 80-100 λέξεων να εξηγήσετε τον λόγο ή τους λόγους που "η απόσταση ανάμεσα στην ποσοτική βαθμολόγηση και στην πραγματική αξία του μαθητή είναι μεγάλη".
                                                                                      Μονάδες 10
Γ΄ Παραγωγή λόγου: "Με βάση την εμπειρία σας από τη σχολική ζωή να εξηγήσετε τους λόγους που θεωρείτε αναγκαία τη μεταρρύθμιση στο Λύκειο ως προς τα προγράμματα σπουδών, τις μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης, την αξιολόγηση και τους στόχους της εκπαιδευτικής πολιτικής. Με ορατό το ενδεχόμενο της κατάργησης των Πανελλαδικών εξετάσεων στο μέλλον, πώς πιστεύετε ότι θα πρέπει να επιλέγονται  οι υποψήφιοι για τις πανεπιστημιακές σχολές; Οι απόψεις σας να καταγραφούν σε άρθο (500-600 λέξεις περίπου).
                                                                                     Μονάδες 40

  

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

69ο κριτήριο:" ΄Εμφυλες ταυτότητες"


ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ

69ο κριτήριο αξιολόγησης                                             Παπατσίρος Απόστολος                                                                                                   φιλόλογος

                                      Τα στερεότυπα των φύλων στα παιδιά

    Στην εποχή μας τα στερεότυπα των φύλων έχουν γίνει αντικείμενο συστηματικής έρευνας τόσο από την πλευρά της Κοινωνιολογίας, όσο και από τον χώρο της Ψυχολογίας και της Εκπαίδευσης. Πρόκειται για τις αντιλήψεις που επικρατούν σε μια κοινωνία για τα διαφορετικά χαρακτηριστικά που έχουν ή πρέπει να έχουν τα άτομα του ανδρικού και του γυναικείου φύλου, αντιλήψεις οι οποίες έχουν επηρεάσει δυσμενώς την κοινωνική ισοτιμία των δύο φύλων. Παρά το γεγονός ότι οι προσπάθειες του φεμινιστικού κινήματος και η σχετική επιστημονική έρευνα έχουν οδηγήσει προς μια θετική αντιμετώπιση του προβλήματος της ανισότητας, διατηρούνται αντιλήψεις, στάσεις και προκαταλήψεις για κοινωνικές και ψυχολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, οι οποίες ακόμη και σήμερα περνούν στα παιδιά όχι μόνο από την οικογένεια, αλλά και από τη σχολική εκπαίδευση. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η πίεση για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανισότητας δεν ασκείται σήμερα μόνο από το γυναικείο κίνημα, αλλά και από το ανδρικό, το οποίο παρουσιάζει άνοδο και διεκδικεί άρση των αδικιών που έχουν γίνει σε βάρος των ανδρών.

    Σε μια από τις παλιότερες έρευνες για τα κοινωνικά στερεότυπα των φύλων ζητήθηκε από φοιτητές να αξιολογήσουν μια μεγάλη ποικιλία ανθρώπινων χαρακτηριστικών ως προς τον βαθμό στον οποίο κατά τη γνώμη τους το καθένα από αυτά είναι τυπικό γνώρισμα των ανδρών ή των γυναικών. Συγκεκριμένα, η έρευνα έδειξε ότι οι ιδιότητες που αποδίδονται πιο πολύ στο ανδρικό φύλο, όπως είναι η δύναμη, η λογική, η αυτοπεποίθηση, κ.ά., συνιστούν τα οργανωτικά λεγόμενα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, ενώ οι ιδιότητες που αποδίδονται πιο πολύ στο γυναικείο φύλο, όπως η τρυφερότητα, η φροντίδα, η συγκίνηση κ.ά., συνιστούν τα εκφραστικά χαρακτηριστικά. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι η διάκριση οργανωτικών και εκφραστικών χαρακτηριστικών είναι μια ευρύτατα διαδεδομένη στερεοτυπική αντίληψη για την ψυχολογία του άνδρα και της γυναίκας και για τις διαφορές των δύο φύλων σε όλο τον κόσμο.

    Εξάλλου, μια σημαντική πλευρά της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης των παιδιών είναι η διαδικασία με την οποία από πολύ μικρή ηλικία αποκτούν και ενσωματώνουν στην προσωπικότητα και στη συμπεριφορά τα στερεότυπα των φύλων, που επικρατούν στην κοινωνία μέσα στην οποία γεννιούνται και αναπτύσσονται. Οι αντιλήψεις για τις ιδιότητες και τους ρόλους που ταιριάζουν στο ανδρικό ή γυναικείο φύλο, όπως αυτές εκδηλώνονται κυρίως στην οικογένεια, στο σχολείο, στην ευρύτερη κοινωνία, στην ομάδα των ομηλίκων και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας και ψυχαγωγίας, επηρεάζουν τα παιδιά ήδη από τη βρεφική ακόμη ηλικία και διαμορφώνουν αντίστοιχα τους ρόλους και τη συμπεριφορά τους ως αγοριών ή κοριτσιών.

    Στη χώρα μας έχουν δημοσιευθεί αξιόλογες μελέτες σχετικά με τα στερεότυπα των φύλων, όπως για τη διαφοροποίηση των φύλων στα αναγνωστικά του δημοτικού σχολείου και στα παιδικά βιβλία προσχολικής αγωγής, καθώς και στη συμμετοχή των νηπίων στο παιχνίδι. Στις μελέτες αυτές επιβεβαιώνονται γενικά τα δεδομένα ξένων σχετικών μελετών, αλλά αποκαλύπτεται και ο ξεχωριστός χαρακτήρας της ελληνικής κοινωνικής και εκπαιδευτικής πραγματικότητας ως προς τα στερεότυπα των φύλων και το πέρασμα των στερεοτυπικών ρόλων και αντιλήψεων στα παιδιά.

Α. Κακαβούλης (1997). Στερεότυπα των φύλων και σχολική αγωγή. Φύλο και σχολική πράξη. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Βάνιας, 512-514 (διασκευή). 


Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις περίπου.
                                                                             Μονάδες 25
Β1. Να βρείτε από ένα συνώνυμο για κάθε λέξη που σας δίνεται: 
διατηρούνται, συνιστούν, διάκριση, ταιριάζουν, εκδηλώνονται.
                                                                            Μονάδες 5
Β2. Να βρείτε από ένα αντώνυμο για κάθε λέξη που σας δίνεται: 
δυσμενώς, τρυφερότητα, ευρύτατα, αξιόλογες, αποκαλύπτεται.
                                                                            Μονάδες 5
Β3. Να βρείτε και να δικαιολογήσετε το είδος της συλλογιστικής πορείας στη δεύτερη
παράγραφο του κειμένου.
                                                                            Μονάδες 5
Β4. Ποιος είναι ο τρόπος και τα μέσα πειθούς της δεύτερης παραγράφου; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
                                                                            Μονάδες 5
Β5. Ποιος είναι ο τρόπος ανάπτυξης της τρίτης παραγράφου του κειμένου; 
                                                                            Μονάδες 5
Β6. Σε μια παράγραφο 80-100 λέξεων να γράψετε δύο παραδείγματα στερεοτύπων, ανδρικού και γυναικείου ρόλου αντίστοιχα που εσείς θεωρείτε αναχρονιστικά και πρέπει γι αυτό να αναθεωρηθούν.
                                                                           Μονάδες 10

Γ΄ Παραγωγή λόγου: "Μετά τον θόρυβο που προκλήθηκε από την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να υλοποιηθεί θεματική εβδομάδα στα Γυμνάσια με θέμα -μεταξύ άλλων- τις "έμφυλες ταυτότητες", αποφασίζετε να πάρετε μέρος στη δημόσια αντιπαράθεση δημοσιεύοντας κείμενο στην προσωπική σας ιστοσελίδα, που διατυπώνετε τις προσωπικές σας απόψεις για την αναγκαιότητα ή μη αυτής της πρωτοβουλίας. Θεωρείτε δικαιολογημένο αυτό τον θόρυβο; Αν όχι που τον αποδίδετε; Πιστεύετε πως θα έχει αποτέλεσμα αυτή η προσπάθεια ή είναι θέμα προσωπικής αντίληψης κι ευθύνης του καθενός το πως θα ζήσει, οπότε δε χρειάζεται καμιά παρέμβαση από την πολιτεία;"
                                                                           Μονάδες 40



Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Το πρόσωπο και το προσωπείο του εθνικισμού στην ιστορία.


                                                                                                  Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                            φιλόλογος
Τι είναι ο εθνικισμός; Ποιες ήταν οι ιστορικές του μορφές; Ποια είναι σήμερα η σημασία του;
Το πρόσωπο και το προσωπείο του εθνικισμού στην ιστορία.

    Αν ο πατριωτισμός θεωρείται η αγάπη για την πατρίδα και η διάθεση υπεράσπισής της μέχρι αυτοθυσίας όταν κινδυνεύει, τότε εθνικισμός πρέπει να θεωρείται η αγάπη για το έθνος και η διάθεση υπεράσπισής του έναντι οποιασδήποτε απειλής. Σ’ αυτή την περίπτωση βέβαια το έθνος και η πατρίδα ταυτίζονται, μόνο που ιστορικά αυτό δεν επιβεβαιώνεται πάντα γιατί το έθνος είναι έννοια ευρύτερη της πατρίδας, είναι λαός που ζει και αναπτύσσεται κι εκτός των συνόρων της πατρίδας του, του κράτους δηλαδή ή υπάρχει ως εθνότητα και χωρίς την ύπαρξη ανεξάρτητου κράτους. Κι όταν λέμε κράτος εννοούμε λαό μόνιμα εγκατεστημένο σε ορισμένο τόπο, οργανωμένο σε νομικό πρόσωπο, που ασκεί πρωτογενή πολιτική εξουσία.   

    Το έθνος είναι λαός με συνείδηση κοινού πολιτισμού και κοινής ιστορικής παράδοσης δηλαδή καταγωγής, θρησκείας, γλώσσας, τέχνης, δικαίου, ηθών. Το έθνος είναι δηλαδή μια πνευματική κοινότητα ανθρώπων της οποίας τα μέλη διαθέτουν ένα κοινό απόθεμα ιδεών και αισθημάτων που αποκτήθηκαν κατά την πορεία της κοινής τους ιστορίας. Σύμφωνα τώρα με το λεξικό κοινωνικών επιστημών της UNESCO «ο όρος εθνικισμός υποδηλώνει μια μορφή ομαδικής συνειδητότητας η οποία ταυτίζει τις τύχες των μελών της ομάδας με τις τύχες ενός εθνικού κράτους επιθυμητού ή υπαρκτού». Επιθυμητό βέβαια ήταν το κράτος για τους περισσότερους λαούς κατά τον 18ο-19ο αιώνα και έγινε και υπαρκτό κατά τον 19ο-20ο αιώνα μετά τους συνεχείς απελευθερωτικούς αγώνες ανεξαρτησίας και εθνικής χειραφέτησης των περισσότερων λαών στον κόσμο, μεταξύ αυτών και των Ελλήνων.


   Η έννοια του έθνους και της εθνικής ιδέας ωστόσο δεν έχει την ίδια βαρύτητα στην ιστορική πορεία των λαών. Η εθνική συνείδηση των λαών σφυρηλατήθηκε με την αναζήτηση και την παγίωση των ιδιαιτεροτήτων, όπως η κοινή καταγωγή, η γλώσσα, η θρησκεία, οι θεσμοί και οι παραδόσεις των λαών. Η εθνική συνείδηση των λαών, χωρίς να παραγνωρίζονται οι βαθύτερες ρίζες κάθε λαού, είναι επηρεασμένη από την «αρχή των εθνοτήτων», όπως αυτή εκφράστηκε (Τζουζέπε Ματσίνι) στο τέλος του 18ου αιώνα και όλο τον 19ο αιώνα με την επίδραση των ιδεών του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού, των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών στόχων της Γαλλικής επανάστασης και των πόθων των λαών για συγκρότηση εθνικών κρατών. Η «αρχή των εθνοτήτων» πρέσβευε μονιμότητα γης και αυθύπαρκτη πολιτική υπόσταση στα αντίστοιχα κράτη και κυριάρχησε όλον τον 19ο αιώνα έως και τον 20ο μέχρι και το τέλος του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, με αποτέλεσμα να ιδρυθούν πολλά από τα νεότερα σύγχρονα κράτη στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα συνδέθηκε με τους αγώνες εθνικής ανεξαρτησίας -δε μου αρέσει ο ξενόφερτος αδόκιμος όρος αποαποικιοποίηση*- κι αποτίναξης της αποικιοκρατίας στον θεωρούμενο υπανάπτυκτο κόσμο και τη Λατινική Αμερική.

                                                                    
    Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα η έννοια του εθνικισμού ήταν επαναστατική και φιλελεύθερη γιατί ενθάρρυνε τη δυναμική διεκδίκηση των δικαίων των καταπιεζόμενων λαών και αξίωνε τη δημιουργία κράτους. Έτσι πολλοί λαοί απέκτησαν την ελευθερία τους, με την επανάσταση που ήταν καρπός μιας «ιδέας εθνικής» δηλαδή μιας πίστης στα ιδανικά του έθνους κι ενός οράματος πολιτικής αυτονομίας, μόνο που τότε δεν ονόμαζαν αυτή την «εθνική ιδέα» εθνικισμό. Αυτή η εθνική ιδεολογία ήταν συνδεδεμένη αρχικά με τον γερμανικό ρομαντισμό του 18ου (Γιόχαν Φίχτε) και με το κίνημα φιλελευθερισμού την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης κι έτσι «μπόλιασε» τους εθνικούς επαναστατικούς αγώνες των λαών, όπως το εθνικό κίνημα των Καρμπονάρων στην Ιταλία κατά των Αυστριακών κατακτητών, η εξέγερση των λαών της Βαλκανικής και βέβαια η ελληνική Επανάσταση του 1821 κατά των Οθωμανών. Αυτή η «εθνική ιδέα» τότε ήταν η πρώτη μορφή εθνικισμού ιστορικά, δηλαδή ένας εθνικισμός αποκατάστασης των λαών στα όριά τους, τα χώματα της πατρίδας τους, αυτά που είχαν απολέσει κατά το παρελθόν. Αυτός ο εθνικισμός αποσκοπούσε αφενός μεν στην ελευθερία του έθνους από τους ξένους κατακτητές και αφετέρου στην πολιτική του ανεξαρτησία με τη δημιουργία κράτους, όπως προέβλεπε η «αρχή των εθνοτήτων».



   Μια άλλη μορφή εθνικισμού, η δεύτερη ιστορικά, που ήταν η λογική και φυσική συνέπεια της πρώτης, ήταν ο εθνικισμός επέκτασης, όπως η δική μας «Μεγάλη Ιδέα» δηλαδή, που αναφερόταν σε «αλύτρωτες πατρίδες» και οδήγησε σε επιθετικούς πολέμους για την απελευθέρωσή τους. Μπορεί αυτός ο εθνικισμός να είχε ως ηθικά ερείσματα την προστασία των ομοεθνών, ομοθρήσκων, ομόγλωσσων που κινδύνευαν κάτω από την ξένη κυριαρχία ή παραβιάζονταν τα δικαιώματά τους και απειλούνταν η ζωή τους, ωστόσο έγινε περισσότερο πολιτική ιδεολογία με ένθερμους οπαδούς πολιτικά πρόσωπα (Κωλέτης**, Βενιζέλος) ή κόμματα (Δεληγιανικό, Εθνικό κόμμα κα.). Εδώ θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στον "Μακεδονικό αγώνα" και σε πρόσωπα όπως ο Ίων Δραγούμης, ο Περικλής Γιαννόπουλος, ο Παύλος Μελάς ή ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης που εμπνεόμενοι από αυτή την εθνική ιδέα έδρασαν ή θυσιάστηκαν για αυτή. Και αντίστοιχος αγώνας έγινε για το "Κρητικό ζήτημα" με τη δράση επαναστατών (Σφακιανάκης, Βενιζέλος, Μάνος, Φούμης)  ή εθελοντών στο νησί (Κουμουνδούρος).

    Σε αρκετές περιπτώσεις όμως που είχαμε πολέμους περιφερειακούς, όπως οι Βαλκανικοί και ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος, αυτός ο «εθνικισμός επέκτασης» ενός λαού, συγκρουόταν με έναν «εθνικισμό περιφρούρησης» ενός άλλου λαού, ο οποίος φοβόταν ότι θα χάσει τα εδάφη που κατείχε «πολεμικώ δικαίω» και θεωρούσε ως δικά του. Αυτός ο «εθνικισμός επέκτασης» θεωρείται και «αλυτρωτισμός», αν δηλαδή απελευθερώνει το υπόδουλο έθνος και μαζί τα εθνικά εδάφη που κατείχε έως τότε ο εχθρός, ενώ ο αντίπαλός του «εθνικισμός περιφρούρησης» μοιάζει περισσότερο με τον πατριωτισμό, αφού τα όρια της πατρίδας διαρκώς μεταβάλλονται και κάποια εδάφη -ιδίως στη μεθόριο- ήταν διαφιλονικούμενα. Εδώ οι κρίσεις και τα συμπεράσματα για τον εθνικισμό διαφέρουν ανάλογα με το στρατόπεδο που ανήκει ο καθένας. Καθένας θεωρεί πως έχει το δίκαιο με το μέρος του και για τους δικούς του λόγους. Ο ένας ότι προστατεύει το έθνος του που κινδυνεύει και ο άλλος τα εδάφη του που απειλούνται.


    Βέβαια η πιο επικίνδυνη μορφή του εθνικισμού δεν είναι ο αλυτρωτισμός, που μπορεί να έχει κι ένα ηθικό έρεισμα ίσως, όσο ο επεκτατικός εθνικισμός ισχυρών κρατών εις βάρος άλλων λαών ή χωρών που δεν έχουν απαραίτητα παρελθόν συγκρούσεων ή ανοικτά ζητήματα. Εδώ μιλάμε για ιμπεριαλισμό και διείσδυση σε ξένα εδάφη με παράλληλη κατοχή για λόγους οικονομικής εξάπλωσης ή παγκόσμιας κυριαρχίας, με τη δημιουργία μιας υπερδύναμης, όπως ήταν στην ιστορία οι μεγάλες αυτοκρατορίες ρωμαϊκή, βυζαντινή, οθωμανική, αυστροουγγρική, γαλλική, γερμανική, ρωσική κα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν της Γερμανίας, η οποία μετά τη διπλωματική της ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο επεδίωξε την «εύρεση ζωτικού χώρου» αρχικά με δημοψηφίσματα και τις «ειρηνικές» προσαρτήσεις περιοχών στις οποίες είχε εθνολογική βάση (Αλσατία – Λωρραίνη, Σάαρ, Αυστρία- Blumenkrieg ή "Πόλεμος των λουλουδιών", Σουδητία-Τσεχοσλοβακία) και μετά με τις πολεμικές επιθέσεις (Blitzkrieg ή "Κεραυνοβόλος Πόλεμος") στα υπόλοιπα κράτη (Πολωνία, Νορβηγία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία, Ρωσία κα.). Αυτός ο ιμπεριαλιστικός εθνικισμός, το "Deutschland über alles" ("Η Γερμανία πάνω απ' όλα"), που εξέφραζε το καθεστώς του Τρίτου Ράιχ, κι έχει επικρατήσει στη συνείδηση των περισσότερων για τα εγκλήματα ρατσιστικής βίας των Νazi, είναι η μορφή του εθνικισμού που μνημονεύεται περισσότερο από όλες τις άλλες και προκαλεί τις περισσότερες εντάσεις. Στη μιλιταριστική Γερμανία ο εθνικισμός εκφραζόταν και πολιτικά μετά το 1933 και την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, αφού το επίθετο εθνικός ήταν και το πρώτο συνθετικό των Ναzi ή Νατσί (Nati-onal - Sozialiste δηλαδή εθνικοσοσιαλισμός).




   Ο εθνικισμός του μεσοπολέμου στην Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα και αλλού αναπτύχθηκε κυρίως ως απάντηση στον διαρκώς ογκούμενο κομμουνισμό στην ανατολική Ευρώπη και τις επιθετικές του βλέψεις για την προλεταριοποίηση των αστών στις δυτικές κοινωνίες. Ο κομμουνισμός ως ιδεολογία ήταν κοινοκτημονικός και διεθνιστικός, δε μιλούσε για έθνος και πατρίδα, αλλά για την εργατική τάξη και τη βίαιη πολιτική μεταβολή της κοινωνίας με επανάσταση. Έτσι θεωρήθηκε μεγάλη απειλή για τα αστικά καθεστώτα της Δύσης που έσπευσαν να ισχυροποιήσουν την εθνική τους ιδεολογία ιδρύοντας εθνικά ή εθνικιστικά κόμματα κι έτσι γεννήθηκε και ο φασισμός στην Ιταλία, αρχικά το 1919 και άρχισε να κερδίζει έδαφος στις περισσότερες χώρες της Δύσης, που έβλεπαν τον πόλεμο όλο και πιο κοντά και ήθελαν να είναι έτοιμοι για αυτό. Τη δεκαετία του ΄30 το «φρούτο» που ευδοκιμούσε παντού στην Ευρώπη, εκτός από τη Γαλλία και την Αγγλία, ήταν ο φασισμός γιατί ήταν πιο πατριωτικός και ετοιμοπόλεμος. Έτσι εξηγείται και το καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Μεταξά το 1936, σε μια περίοδο που κανένα από τα άλλα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν μπορούσε να κυβερνήσει, ούτε και να μακροημερεύσει, αλλά και λόγω του κινδύνου να επιβληθεί κομμουνιστικό καθεστώς. Τότε ο εθνικισμός αποκτά πιο πολύ τον χαρακτήρα πολιτικής ιδεολογίας, με πρόγραμμα, οργάνωση και σκοπό, γίνεται πολιτικό κόμμα με ικανό αρχηγό, καταστατικές αρχές και διακηρύξεις και ξεφεύγει από το συναίσθημα και τα ρομαντικά στοιχεία του έθνους που τον χαρακτήριζαν στο παρελθόν. Ο πολιτικός εθνικισμός διακηρύσσει την πίστη και την αφοσίωση του στον εθνικό ηγέτη τον οποίο και θεωρεί χαρισματικό ή ακόμα και μεσσία (μεσσιανισμός) και συμπορεύεται με τον φασισμό, που είναι εξίσου συγκεντρωτικός στην άσκηση της εξουσίας και παρεμβατικός στην κοινωνία αλλά σίγουρα πιο αυταρχικός.


   Το ότι ο εθνικισμός αναπτύχθηκε περισσότερο ως αντίδραση στον ανερχόμενο κομμουνισμό φαίνεται ξεκάθαρα και στην περίπτωση της Κίνας, που από το 1920 έχουμε το εθνικιστικό κόμμα του Τσανγκ Κάι Σεκ να διεκδικεί την εξουσία παράλληλα με το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας. Το 1934 οι κομμουνιστές με αρχηγό τον Μάο θα κάνουν τη «μεγάλη πορεία» προς Βορράν, θα εδραιωθούν και στον εμφύλιο που ακολούθησε τα έτη 1946-49 θα επικρατήσουν των εθνικιστών αντιπάλων τους εκτοπίζοντάς τους οριστικά στο νησί Φορμόζα (εθνικιστική Κίνα), δηλαδή τo σημερινό Ταϊβάν. Έκτοτε η Κίνα έγινε κομμουνιστική Λαϊκή δημοκρατία.

    Ο εθνικισμός του 20ου αιώνα έχει πολιτική διάσταση περισσότερο και χρησιμοποιείται ως άμυνα άλλοτε στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων, άλλοτε στις επεκτατικές διαθέσεις  ή τις διεκδικήσεις αλυτρωτικού χαρακτήρα γειτονικών κρατών, άλλοτε ως εθνική αντίδραση στις αφομοιωτικές τάσεις της παγκοσμιοποίησης και άλλοτε ως "ευρωσκεπτικισμός" στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συμπορεύεται πολιτικά με τα κόμματα που θεωρούμε συντηρητικά (Νάιτζελ Φάρατζ - Αγγλία) ή εκφράζεται αυτόνομα στα ακροδεξιά (Μαρίν Λεπέν - Γαλλία). Το Brexit στη Βρετανία αυτό ακριβώς το πνεύμα "επιστροφής στα εθνικά ιδεώδη" εξέφρασε και την ανάγκη κάθε κράτος να είναι εθνικά αυτόνομο πολιτικά, όταν μπορεί να επιβιώνει και να αναπτύσσεται αυτόνομα οικονομικά. Η πολιτική των «ανοικτών συνόρων» στην Ε.Ε με το προσφυγικό-μεταναστευτικό πρόβλημα άλυτο, κάνει τους περισσότερους λαούς στην Ευρώπη συντηρητικούς και τους οδηγεί συνειδητά πλέον στα εθνικιστικά ή πατριωτικά «κόμματα σωτηρίας». Σήμερα κάποιοι μιλούν για νέο-εθνικισμό μετά τη συντηρητική πολιτική στροφή σε όλο τον κόσμο, που πιστοποιείται άλλωστε από μια σειρά πολιτικά γεγονότα, όπως η μεγάλη άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη, λόγω ξενοφοβίας και ισλαμικού ριζοσπαστισμού -ιδίως μετά τα τυφλά τρομοκρατικά χτυπήματα σε Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία και αλλού- το βρετανικό Brexit και η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ.


    Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμα και μια πολιτική πρόκληση από γειτονικό κράτος μπορεί να διεγείρει τα εθνικιστικά αντανακλαστικά και ιδεώδη ενός λαού που βρίσκονταν σε αδράνεια για δεκαετίες. Όταν για παράδειγμα τα Σκόπια ονομάστηκαν Μακεδονία κι έκαναν σημαία τους τον ήλιο της Βεργίνας, τότε χιλιάδες Έλληνες -και χωρίς να πάρουν γραμμή από κόμματα- διαδήλωναν με πάθος και περισσότεροι με θυμό ότι «η Μακεδονία είναι μία και ελληνική» στα συλλαλητήρια που έγιναν το 1992-93 σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και σε όλο τον κόσμο. Τότε αυτό τον «εθνικισμό περιφρούρησης» υπέθαλψε και η εκκλησία, με πολλούς ιεράρχες, που έβγαζαν πύρινους λόγους και ξεσήκωναν τον κόσμο ώστε να συμμετέχει μαζικά σε συλλαλητήρια με μακεδονομάχους και αγιορείτες μοναχούς με λάβαρα και σημαίες. Και ανάλογο σκηνικό ρήξης -με την κυβέρνηση αυτή τη φορά- θα στηθεί από την εκκλησία για τις «ταυτότητες» και τη μη αναγραφή του θρησκεύματος το 2000.

   Σήμερα αν ρωτήσεις τι είναι εθνικισμός, οι περισσότεροι θα σου πουν σωβινισμός, δηλαδή υπερπατριωτισμός (από τον Ν. Chauvin, ένθερμο υποστηρικτή του Ναπολέοντα και της μεγάλης Γαλλίας) και επεκτατισμός ή φασισμός, ενώ αυτό δεν είναι ιστορικά ορθό. Τουλάχιστον στις περισσότερες περιπτώσεις. Δεν είναι όλοι οι εθνικισμοί οι ίδιοι στην ιστορία, γιατί δεν έχουν την ίδια σημασία για τους λαούς τα γεγονότα και οι εξελίξεις που αφορούν το μέλλον τους. Το πρίσμα θεώρησης των γεγονότων και η σκοπιά αλλάζει, ανάλογα με το τι υπερασπιζόμαστε ή διεκδικούμε ως έθνος και με το αν είμαστε με τους νικητές ή τους ηττημένους γιατί την ιστορία ως γνωστόν τη γράφουν πάντα οι νικητές. Και εξάλου δεν είναι καθόλου εύκολο -αλλά ούτε και λογικό- να διαχωρίσεις την αγάπη σου για την πατρίδα απ' το έθνος, τον λαό δηλαδή γιατί πατρίδα είναι και οι άνθρωποι. "Πατρίδα είναι η συνείδηση της πατρίδας" Τζουζέπε Ματσίνι.

    Κάποιοι δέχονται ως έννοια ταυτόσημη του πατριωτισμού τον εθνισμό, την αγάπη για το έθνος δηλαδή ή έναν μετριοπαθή εθνικισμό. Ο εθνισμός για αυτούς είναι άδολος και περίπου ακίνδυνος ως "αμυντικό δόγμα" γι' αυτό και αποδεκτός εν σχέσει με τον εθνικισμό, που μπορεί να γίνεται επεκτατικός και πολιτικά επικίνδυνος για την ειρήνη και τη δημοκρατία. Η διαφορά τους είναι ότι ενώ ο εθνισμός προέρχεται από τη λέξη έθνος, ο εθνικισμός προέρχεται από τη λέξη εθνικός και περιλαμβάνει οτιδήποτε είναι εθνικό, δηλαδή και την κουλτούρα του έθνους. Παίζουμε με τις λέξεις δηλαδή αφού και το εθνικός παράγεται από έθνος...     

    Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε εθνικισμός είναι διαφορετικός, ανάλογα με τον λαό που αναφερόμαστε, την εποχή που εκδηλώθηκε, τους σκοπούς που υπηρετούσε και τα αποτελέσματα που προκάλεσε στην ιστορία του λαού αυτού ή και των άλλων λαών που συγκρούστηκαν μαζί του. Στις δύσκολες περιστάσεις πάντως για κάθε λαό η εθνικιστική ιδεολογία έχει την τάση να αναστέλλει τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς ή κινδύνους διάσπασης και ν’ αναπτύσσει ανταγωνισμούς με άλλα έθνη, έτσι ώστε αν δεν υπάρχει ένας εχθρός πραγματικός, να επινοείται ένας υποθετικός, ώστε όλη η κοινότητα να αποκτά ενότητα και να ενισχύει την προς τα έξω επιθετικότητά της. Αυτή την κλασική μέθοδο αντιπερισπασμού ακολουθεί τους τελευταίους μήνες η Τουρκία, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν τον Ιούλιο του 2016, κλιμακώνοντας τις προκλήσεις εις βάρος της Ελλάδας και στήνοντας σκηνικό έντασης και πολέμου στα νησιά του Αιγαίου. Ο Ερντογάν αν πιέζεται από το εσωτερικό του (αντιπολίτευση, αριστερούς διανοούμενους και δημοσιογράφους) ή τους Κούρδους και το PKK τότε ξεσπά απέναντι στους γείτονές του, την Ελλάδα δηλαδή ή και την υπόλοιπη Ευρώπη αν του «χαλάει τα σχέδια» και δεν του επιτρέπει σε κράτη, όπως είναι η Ολλανδία και η Γερμανία, τις προεκλογικές συγκεντρώσεις-εθνικιστικά συλλαλητήρια. Και μια και μιλάμε για το PKK δηλαδή το εργατικό κόμμα του Κουρδιστάν, ενώ για τους ίδιους τους Κούρδους είναι ένα επαναστατικό εθνικιστικό κίνημα για τη δημιουργία ανεξάρτητου Κουρδιστάν, αντίθετα για την Τουρκία, το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε είναι μια τρομοκρατική οργάνωση. Είπαμε ανάλογα με το ποιος μιλάει και τα συμφέροντα που εξυπηρετεί είναι και το περιεχόμενο της έννοιας του εθνικισμού. Για κάποιους είναι πατριωτισμός και κίνημα εθνικής αποκατάστασης ή εθνικής χειραφέτησης -αν δεχτούμε ότι κάθε λαός δικαιούται μια πατρίδα- και για κάποιους άλλους τρομοκρατία. Εθνικιστές οι Κούρδοι του PKK, αλλά εθνικιστές και οι "Γκρίζοι Λύκοι" στην Τουρκία. Γιαυτό λοιπόν δεν μπορούμε να βάλουμε όλους τους εθνικιστές στο ίδιο κάδρο.

* αποαποικιοποίηση: Δεν νοούνται δύο από-από στη σειρά, δεν υπάρχει ελληνική λέξη που να αρχίζει με τέτοια επανάληψη προθήματος. Πρόκειται ασφαλώς για μεταφραστική αυθαιρεσία (απόδοση εκ του decolonization) για να δηλωθεί ο αγώνας ανεξαρτησίας των διαφόρων αποικιών.

** “Δια την γεωγραφικήν αυτής θέσιν η Ελλάς είναι το κέντρον της Ευρώπης· ισταμένη και έχουσα εκ μεν δεξιών την Ανατολήν, εξ αριστερών δε την Δύσιν, προώρισται ώστε δια μεν της πτώσεως αυτής να φωτίση την Δυσιν, δια δε της αναγεννήσεως την Ανατολήν. Το πρώτον εξεπλήρωσαν οι προπάτορες ημών, το δε δεύτερον είναι εις ημάς ανατεθειμένον. Εν τω πνεύματι του όρκου τούτου και της μεγάλης ταύτης ιδέας, είδον πάντοτε τους πληρεξουσίους του Έθνους να συνέρχονται δια να αποφασίσουν ουχί πλέον περί της τύχης της Ελλάδος, αλλά περί της ελληνικής φυλής.”

 (Από ομιλία του Κωλέττη στις 14 Ιανουαρίου 1844 στη Βουλή στην οποία περιέγραψε το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας», σύμφωνα με το οποίο τα όρια του ελληνικού κράτους έπρεπε να επεκταθούν όπου υπήρχε αλύτρωτος ελληνισμός).