Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

Greeklish: προσοχή!



                Ενιαία εξέταση Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στη Γ΄ Λυκείου 

Κριτήριο αξιολόγησης: 1ο                                                        Παπατσίρος Απόστολος 

Κείμενο 1ο: Greeklish: προσοχή! 
                                                                    (Το κείμενο συντάχθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2019) 

I psevdesthisi 2 na nomizis oti to xeperasma ton diskolion egkite (enkite? egkeitai?) sti khrisi (chrisi? xrisi?) tis latinikis anti tis elinikis (ellenikes?) grafis (graphes?)… 

   Σημαντικά κρίσιμο ζήτημα είναι η χρήση τής μιγαδικής γραφής η οποία είναι γνωστή ως Greeklish, δηλαδή η απόδοση των λέξεων με λατινικό αλφάβητο (σύμφωνα με ορισμένες συμβάσεις) σε κείμενα (συνήθως σύντομα μηνύματα) που στέλνονται μέσω διαδικτύου ή κινητών τηλεφώνων. Είναι αλήθεια ότι πριν από τρεις δεκαετίες, στις αρχές τής δεκαετίας τού 1990, όταν άρχισε να εξαπλώνεται η χρήση τού διαδικτύου και αργότερα των κινητών τηλεφώνων, δεν υπήρχαν τεχνικές δυνατότητες για απόδοση των ελληνικών χαρακτήρων. Ως αποτέλεσμα, οι χρήστες ήταν κατά κάποιον τρόπο υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν τη μιγαδική γραφή. Σήμερα όμως, όπως όλοι γνωρίζουν, τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα γραφής (υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα κ.λ.π.) διαθέτουν όλα γραμματοσειρές με μονοτονικό (ή και με πολυτονικό, για όσους το επιλέξουν). Και ο τελευταίος μικρός υπολογιστής, το τάμπλετ ή το κινητό τηλέφωνο παρέχουν αυτή τη δυνατότητα. Επομένως, το να θελήσει κάποιος να χρησιμοποιήσει Greeklish είναι δική του συνειδητή επιλογή, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως έξωθεν επιβαλλόμενη μορφή γραπτής επικοινωνίας. 

   Η επιλογή αυτή συνήθως συνδέεται με την ταχύτητα και κάποιες φορές με την οικονομία (αφού χρησιμοποιούνται και τεχνικές συντομογραφικής απόδοσης κάποιων λέξεων), αλλά, δεδομένου ότι αυτή η μορφή γραφής χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο από τους νέους, υποκρύπτει και ένα είδος νεανικής κουλτούρας και τάσης προς δημιουργία ιδιαίτερου κώδικα, διαφορετικού από τον καθιερωμένο. Έτσι, μπορούμε να δούμε να γράφονται κείμενα σαν τα παρακάτω: I psevdesthisi 2 na nomizis oti to xeperasma ton diskolion egkite (enkite? egkeitai?) sti khrisi (chrisi? xrisi?) tis latinikis anti tis elinikis (ellenikes?) grafis (graphes?)… 

   Στην πραγματικότητα εδώ ελλοχεύει ένας κίνδυνος που δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε, γιατί μπορεί οι νέοι άνθρωποι να το πληρώσουν ακριβά στο μέλλον. Γράφοντας συχνά και για πολύ καιρό με αυτόν τον τρόπο, βαθμηδόν αποξενώνονται όλο και περισσότερο από την εικόνα τής λέξης, ενώ όλο και λιγότερο είναι σε θέση να ανακαλέσουν εύκολα στη μνήμη και στο γράψιμό τους την εικόνα τής ορθογραφίας των λέξεων. Και επειδή η ιστορική ορθογραφία των λέξεων δεν είναι πολυτέλεια ή κάτι περιττό, αλλά άμεση (έστω και όχι πάντοτε συνειδητή) σύνδεση με τη σημασία και τη γλωσσική (ετυμολογική) οικογένεια και τη γλωσσική (γραμματικοσυντακτική) σχέση κάθε λέξης, η αποξένωση καταλήγει σε σοβαρές απώλειες στη γνώση και γραπτή χρήση τής γλώσσας. Εν ονόματι μιας χρηστικής, προκλητικά χρησιμοθηρικής, αντίληψης τού αξιακού συστήματος που συνιστά τη γλώσσα, αφήνονται να ατονήσουν ή να χαθούν πολύτιμα συστατικά τής ποιοτικής λειτουργίας της γλώσσας. 

    Ηθικόν δίδαγμα (σε δύο εκδοχές): μην παίζουμε εν ου παικτοίς· εκτός αν … sinidita epilegume na pezume en u pektis. Και γιατί προτιμούμε, αλήθεια, το εκ τού ελληνικού αλφαβήτου (μέσω τής Ετρουσκικής) προελθόν λατινικό αλφάβητο αντί τού ελληνικού που χρησιμοποιούμε στην Ελλάδα από τον 8ο π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα; Μήπως (μέσα στην ξενομανία μας) νομίζουμε ότι χρησιμοποιούμε αγγλικό αλφάβητο;
         «Το ελληνικό αλφάβητο: Αλφάβητο – γραφή – ορθογραφία» Γ. Μπαμπινιώτης 



Κείμενο 2ο : Ποσειδωνιάται 
                                                                              Κ. Π. Καβάφης 

   Ποσειδωνιάταις τοῖς ἐν τῷ Τυρρηνικῷ κόλπῳ τὸ μὲν ἐξ ἀρχῆς Ἕλλησιν οὖσιν ἐκβαρβαρῶσθαι Τυρρηνοῖς ἤ Ρωμαίοις γεγονόσι καὶ τήν τε φωνὴν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλὰ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἄγειν δὲ μιάν τινα αὐτοὺς τῶν ἑορτῶν τῶν Ἑλλήνων ἔτι καὶ νῦν, ἐν ᾗ συνιόντες ἀναμιμνήσκονται τῶν ἀρχαίων ὀνομάτων τε καὶ νομίμων, ἀπολοφυράμενοι πρὸς ἀλλήλους καὶ δακρύσαντες ἀπέρχονται.   (Αθήναιος) 


Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται εξέχασαν
τόσους αιώνας ανακατευμένοι 
με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, 
κι άλλους ξένους. 
Το μόνο που τους έμενε προγονικό 
ήταν μια ελληνική γιορτή, 
με τελετές ωραίες, με λύρες 
και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
Κι είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής 
τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται, 
και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε, 
που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους. 
Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες - 
Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί· 
και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
βγαλμένοι - ω συμφορά! - απ’ τον Ελληνισμό.    [1906] 


Α. Παρατηρήσεις: 

(Κείμενο 1ο) 

1. Να αποδώσετε συνοπτικά τις αιτίες που, κατά τον συγγραφέα, προκαλούν την κυριαρχία των Greeklish στη γραπτή επικοινωνία των νέων (100-120 λέξεις περίπου). 
                                                                                                Μονάδες 15 
2. Ποιος είναι ο κίνδυνος που επισημαίνει ο συγγραφέας στο κείμενο 1 και πώς τεκμηριώνει την άποψή του;                                                                      Μονάδες 15 

3α. Να αποδώσετε τις υπογραμμισμένες λέξεις με συνώνυμές τους διατηρώντας το αρχικό νόημα του κειμένου.                                                              Μονάδες 5 
β.  Να εξηγήσετε από άποψη ύφους τη χρήση Greeklish από τον ίδιο τον συγγραφέα, ιδιαίτερα στον επίλογο και τη σημασία της χρήσης των παρενθέσεων στις περιπτώσεις: (υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα κ.λ.π.), (μέσω τής Ετρουσκικής). 
                                                                                               Μονάδες 5 (3+2) 
4. Ποιο είναι το είδος του κειμένου 1 και ποιος πιστεύετε ότι είναι ο σκοπός του συγγραφέα; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας με αναφορές στο κείμενο. 
                                                                                              Μονάδες 15                                                (Κείμενο 2ο) 

1. Γιατί ξέπεσαν οι Ποσειδωνιάτες κατά τον Καβάφη; Ποια η διδακτική αξία του ποιήματος για μας στη σημερινή εποχή;    (120 λέξεις)                        Μονάδες 15 

Β. Παραγωγή λόγου: Υποθέστε ότι εκφωνείτε λόγο στη «Βουλή των εφήβων» για την εθνική σημασία της γλώσσας. Να αναφερθείτε στην αναγκαιότητα της προστασίας και της καθαρότητας της γλώσσας για τη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας (400 λέξεις περίπου).
                                                                                             Μονάδες 30 

                                                          Καλή επιτυχία
Για τη γλώσσα και τα προβλήματα μπορείτε να διαβάσετε επίσης στο ενδεικτικό θέμα:   https://papatsiros.blogspot.com/2019/03/mathe-paidi-mou-grammata.html
     

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

85ο κριτήριο:Η ανοχή στη διαφορετικότητα

                                                                            
                                                                                          Παπατσίρος Απόστολος
85ο κριτήριο αξιολόγησης                                                         φιλόλογος
                                                                                     
                                               Η ανοχή στη διαφορετικότητα

   Όταν αναφερόμαστε στη λέξη διαφορετικότητα πιθανώς να οδηγείται ο νους μας σε περιπτώσεις πολύ πιο εξειδικευμένες απ’ ό,τι συναντάμε στη συνήθη καθημερινότητά μας. Ο όρος διαφορετικότητα συνιστά το σύνολο κάποιων χαρακτηριστικών τα οποία τείνουν να αποκλίνουν από αυτό που ορίζει η πλειοψηφία ως φυσιολογικό και εντός των αποδεκτών ορίων. Αυτό φυσικά είναι από μόνο του ένα μεγάλο ζήτημα που χρήζει εκτενέστερης ανάλυσης, καθώς το φυσιολογικό για τον καθένα είναι τελείως υποκειμενικό και επηρεάζεται από πολλούς και ποικίλους παράγοντες. 

   Γι’ αυτό και στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που αποτελεί ζητούμενό μας δεν είναι το τι συνιστά το διαφορετικό, αλλά πως θα πρέπει να διαχειριζόμαστε αυτό το οποίο αντιλαμβανόμαστε ως διαφορετικό. Κάτι τέτοιο μπορεί να αποτελούν και οι έντονες αντιθέσεις ανάμεσα σε δύο διαφορετικές προσωπικότητες π.χ. τι κάνουμε όταν οι δικοί μας ρυθμοί διαφέρουν από τους ρυθμούς των άλλων; Ή πως θα μπορούσαμε να διαχειριστούμε έναν εξαιρετικά ήπιο έως και υποτονικό χαρακτήρα τη στιγμή που εμείς λειτουργούμε πολύ πιο έντονα και νευρικά; 

   Η λέξη κλειδί σε κάθε τέτοια περίπτωση είναι o σεβασμός. Μπορεί να φαντάζει κοινότoπη αλλά χωρίς αυτήν δεν μπορεί να επέλθει ισορροπία ανάμεσα σε δύο διαφορετικότητες. Με τον τρόπο και τον βαθμό που εκφράζουμε τον σεβασμό μας αποδεικνύουμε τη δουλειά που έχουμε κάνει με τον εαυτό μας, καθώς και το επίπεδο νοητικής και συναισθηματικής ωριμότητας στο οποίο βρισκόμαστε. 

   Είναι απαραίτητο λοιπόν να εκπαιδεύσουμε τον εαυτό μας με όποιο τρόπο είναι για τον καθένα καταλληλότερος (βιβλία, εκπαίδευση, σεμινάρια, ατομικές ή ομαδικές συνεδρίες με ειδικούς, εναλλακτικές θεραπείες κ.α.) αρχικά στη βαθιά γνώση του εαυτού μας και στον αυτοσεβασμό. Όταν το δεδομένο αυτό έχει αρχίσει να εδραιώνεται μέσα μας, είναι αδύνατον να μην επεκταθεί και στους γύρω μας, όποιοι κι αν είναι αυτοί. 

  Έτσι λοιπόν νιώθοντας ειλικρινή σεβασμό και αποδοχή για κάθε πλευρά της ύπαρξής μας, αρχίζουμε να παρατηρούμε ότι κανένας δεν είναι τόσο διαφορετικός όσο έμοιαζε αρχικά. Θα αρχίσουμε -στην αρχή ασυνείδητα και στη συνέχεια με μεγαλύτερη επίγνωση- να εστιάζουμε στα θετικά στοιχεία του ατόμου που αντιλαμβανόμασταν ως διαφορετικά και θα παρατηρούμε όλο και περισσότερο ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα πράγματα απ’ όσα ίσως να περιμέναμε που μπορεί να μας συνδέουν με τα άτομα αυτά. Γιατί όταν οι μονάδες αρχίσουν να επιλέγουν μία πιο ενωτική λειτουργία τότε τα κοινωνικά σύνολα θα παρουσιάζουν πολύ μεγαλύτερη συνοχή και εξέλιξη. 

  Άλλωστε πίσω από κάθε πεποίθηση διαφορετικότητας ελλοχεύει ένας κρυμμένος φόβος. Και είναι αυτός που μας απομακρύνει και μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε ως διαφορετικό ένα άτομο ή ένα κοινωνικό σύνολο. Και επειδή αυτό που συνήθως μας φοβίζει είναι αυτό που ξεπερνάει τα προσωπικά μας όρια κατανόησης, αυτό που πρέπει να επιτύχουμε είναι η διεύρυνση αυτών των ορίων. Άρα διαφορετικότητα αποτελεί για εμάς οτιδήποτε αδυνατούμε ή δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε, γι’ αυτό και μας φοβίζει ή επιθυμούμε να την αποφεύγουμε. 

  Αν όμως εκπαιδεύσουμε τον νου μας να μην αντιλαμβάνεται το διαφορετικό ως κάτι εχθρικό κι επομένως απειλητικό για εμάς, τότε θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ζει μία ζωή χωρίς φόβους και ανασφάλειες, που θα βασίζεται στην αρμονική συνύπαρξη και την αμοιβαία εξέλιξη. Κι αυτό δεν αποτελεί ένα ουτοπικό σενάριο, αλλά κάτι άμεσα εφαρμόσιμο και πρακτικά εφικτό. Το μόνο που απαιτείται από εμάς είναι η ειλικρινής διάθεση να προσπαθήσουμε για το καλύτερο, εστιάζοντας μόνο στην προσωπική μας εξέλιξη… 
                                          Κατερίνα Γαβρίλη, Ψυχολόγος, flowmagazine.gr (διασκευή) 


Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις περίπου. 
                                                                                      Μονάδες 25 
Β1. Για κάθε λέξη που σας δίνεται να βρείτε από ένα συνώνυμο: 
κοινότoπη, εδραιώνεται, ασυνείδητα, εστιάζουμε, ελλοχεύει. 
                                                                                      Μονάδες 5 
Β2. Για κάθε λέξη που σας δίνεται να βρείτε από ένα αντώνυμο: 
αποκλίνουν, εκτενέστερης, διαφέρουν, αποδοχή, ουτοπικό. 
                                                                                      Μονάδες 5 
Β3 α. Πώς αναπτύσσεται η δεύτερη παράγραφος του κειμένου; (Γι’ αυτό…νευρικά;). Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας. 
β. Ποια είναι τα δομικά στοιχεία της ίδιας παραγράφου; 
                                                                                       Μονάδες 10 
Β4. Να μετατρέψετε το είδος της σύνταξης: «Με τον τρόπο και τον βαθμό που εκφράζουμε τον σεβασμό μας αποδεικνύουμε τη δουλειά που έχουμε κάνει με τον εαυτό μας.». 
                                                                                      Μονάδες 4 
Β5. Να εξηγήσετε τη χρήση των σημείων στίξης στις ακόλουθες περιπτώσεις: 
α. των ερωτηματικών στην 3η§. 
β. της παρένθεσης στην 5η§. 
γ. της διπλής παύλας στην 6η§.                                   Μονάδες 6
Β6. Ποιος είναι ο τρόπος και το μέσον πειθούς στην 6η παράγραφο;
                                                                                      Μονάδες 5

Γ΄ Παραγωγή λόγου: Σ’ ένα άρθρο που θα αναρτήσετε στην προσωπική σας ιστοσελίδα (500-600 λέξεις περίπου) να αναφερθείτε στην ιδιαίτερη σημασία της ανεκτικότητας στη διαμόρφωση των ανθρώπινων σχέσεων τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο. Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να εδραιωθεί η ανεκτικότητα στον κόσμο μας σήμερα;         
                                                                                      Μονάδες 40
                                   

Πως παραχαράσσεται η ιστορία στο σχολικό βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού




   Διαβάζω στη σελίδα 182 του σχολικού βιβλίου ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού,  (έκδοση 2012, Ιωάννη Κολιόπουλου, Ιάκωβου Μιχαηλίδη, Αθανασίου Καλλιανιώτη, Χαράλαμπου Μηνάογλου) το οποίο  και αντικατέστησε το πολυσυζητημένο βιβλίο της Ρεπούση, για τους γνωστούς λόγους.  

  Τον Αύγουστο του 1909 αξιωματικοί του στρατού ξεσηκώθηκαν εναντίον του βασιλιά ζητώντας αλλαγές σε διάφορους τομείς... Οι επαναστάτες με το κίνημά τους ζητούσαν την κατάργηση της βασιλείας ή την αντικατάσταση του βασιλιά, βελτίωση του Συντάγματος καθώς και διάφορες αλλαγές στο στράτευμα. Μετά το κίνημα στο Γουδί, η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά να παραιτηθεί. Οι αξιωματικοί που συμμετείχαν στο επαναστατικό κίνημα, κάλεσαν στην Αθήνα ως εκπρόσωπο τους έναν Κρητικό πολιτικό που αργότερα θα γινόταν πρωθυπουργός της Ελλάδας, τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
 Το Νοέμβριο του 1910 πραγματοποιήθηκαν εκλογές. Το κόμμα που ίδρυσε ο Βενιζέλος, οι «Φιλελεύθεροι», κέρδισε με μεγάλη πλειοψηφία...

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.hp/DSDIM-F114/744/4872,22265/

    Δεν ξέρω αν έχουν κάνει λάθος στην "αντιγραφή" από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τόμος ΙΔ΄, σελίδα 258 και τους ξέφυγε ένα δεν ή αν ο συντάκτης αγνοεί τα γεγονότα ή το κείμενο της προκήρυξης του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Ή αν εν γνώσει του παραποιεί τα πραγματικά γεγονότα και τα αιτήματα των στρατιωτικών. Ό,τι και να συμβαίνει από αυτά είναι ηθικά ανεπίτρεπτο και επιστημονικά απαράδεκτο για σχολικό βιβλίο ιστορίας. Όχι μόνο για τον συντάκτη του συγκεκριμένου κεφαλαίου, αλλά και για την επιτροπή αξιολόγησης ή το Ι.Ε.Π. Και για το Υπουργείο Παιδείας βεβαίως, που έχει και την ευθύνη της ανάθεσης της συγγραφής των σχολικών βιβλίων.  
 Δείτε λοιπόν πως έχει η ιστορία και βγάλτε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας.

Δείτε πρώτα το κείμενο της προκήρυξης του Στρατιωτικού Συνδέσμου, όπως το διασώζει ο ίδιος ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς, ψυχή του κινήματος:

       Προκήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου την ημέρα του κινήματος

«Προς την A.M. τον Βασιλέα, την Κυβέρνησιν και τον Ελληνικόν Λαόν.

   Η πατρίς μας ευρίσκεται υπό δυσχερεστάτας περιστάσεις, το δε επίσημον κράτος υβρισθέν και ταπεινωθέν, αδυνατεί να κινηθή προς άμυναν των δικαίων του... Ο Σύνδεσμος των αξιωματικών του Εθνικού Στρατού της Ξηράς και του Ναυτικού... προβαίνει εις την υποβολήν ιεράς παρακλήσεως προς τον Βασιλέα, τον -κατά τον θεμελιώδη Νόμον- Αρχηγόν των κατά Ξηράν και Θάλασσαν στρατιωτικών δυνάμεων του Κράτους και προς την Κυβέρνησίν του, όπως ολοψύχως επιδοθώσιν εις την άμεσον και ταχείαν ανόρθωσιν των κακώς εν γένει εχόντων, ιδία δε των του Στρατού και του Ναυτικού.
   Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν επιδιώκει την κατάργησιν της Δυναστείας ή την αντικατάστασιν του Βασιλέως, ούτινος το πρόσωπον είναι ιερόν δια τους αποτελούντας αυτόν, ούδ' επιθυμεί να εγκαθιδρύση την απολυταρχίαν, ή την στρατοκρατίαν, ή να θίξει καθ΄οιονδήποτε τρόπον το Συνταγματικόν Πολίτευμα, διότι οι αποτελούντες αυτόν αξιωματικοί εισί και αυτοί πολίται Έλληνες και έχουσιν ορκισθή εις την τήρησιν του Συντάγματος... Επειδή όμως ο τε Διάδοχος και οι Βασιλόπαιδες, αναλαμβάνοντες ενεργόν και διοικητικήν υπηρεσίαν... πρέπει, χάριν αυτού του συμφέροντος της Δυναστείας, όπως ο τε Διάδοχος και οι Βασιλόπαιδες, απόσχωσι της ενεργού και διοικητικής εν τω στρατώ και τω ναυτικώ υπηρεσίας, διατηρούντες τους ους κέκτηνται βαθμούς και προαγόμενοι, όταν προς τούτο ευδοκή ο Βασιλεύς...
    Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υποβάλλει την παράκλησιν όπως εν τω μέλλοντι ο Βασιλεύς, όστις εν τω δικαιώματί του κατά το Σύνταγμα διορίζει τους υπουργούς, απαιτεί ίνα οι υπουργοί των Στρατιωτικών και των Ναυτικών προ- έρχωνται εξ ανωτέρων εν ενεργεία ή διαθεσιμότητι αξιωματικών του στρατού και του ναυτικού... Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος ποθεί όπως η Θρησκεία μας υψωθή εις τον εμπρέποντα ιερόν προορισμόν της, όπως η Διοίκησις της Χώρας καταστή χρηστή και έντιμος, όπως η Δικαιοσύνη απονέμηται ταχέως μετ' αμεροληψίας και ισότητος προς άπαντας εν γένει τους πολίτας αδιακρίτως τάξεως, όπως η Εκπαίδευσις του Λαού καταστή λυσιτελής δια τον πρακτικόν βίον και τας στρατιωτικός ανάγκας της Χώρας, όπως η ζωή, η τιμή και η περιουσία των πολιτών εξασφαλισθώσιν, και τέλος όπως τα οικονομικά ανορθωθώσι...»
                 (Από το βιβλίο του Νικολάου Ζορμπά "Απομνημονεύματα" 1925, σελ. 15-18).

   Δείτε τώρα και το χωρίο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τόμος ΙΔ, σελίδα 258, παρ. 2: "Το πρόγραμμα αυτό, διατυπωμένο σε ήπιο τόνο για «επαναστατική προκήρυξη», εξέφραζε γενικές ευχές για τη βελτίωση των ενόπλων δυνάμεων, της διοικήσεως και της παιδείας, καθώς και την κατάργηση της «απαισίας συναλλαγής» - ευχές που ασφαλώς έβρισκαν σύμφωνο το σύνολο των Ελλήνων. Απαριθμούσε επίσης με σαφήνεια ποιες ριζοσπαστικές ενέργειες δεν επρόκειτο να επιχειρηθούν από τον «Σύνδεσμο». 1) Την κατάργηση της δυναστείας ή την αντικατάσταση του βασιλιά, 2) την εγκαθίδρυση στρατοκρατίας ή την αλλαγή του συντάγματος..."

   Τώρα όσον αφορά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1910, αυτές όντως τις κέρδισε με μεγάλη πλειοψηφία ο Βενιζέλος, αφού τα άλλα κόμματα Ραλλικό, Εθνικό, Θεοτοκικό απείχαν από τις εκλογές, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, για την καθαρά αντισυνταγματική ενέργεια του βασιλιά να δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Βενιζέλο -μετά από την παραίτηση της κυβέρνησης Στέφανου Δραγούμη- Βενιζέλο, ο οποίος δεν είχε τη "δεδηλωμένη" εμπιστοσύνη της Βουλής, ούτε καν δικό του κόμμα κατά τις εκλογές του Αυγούστου. Ο Βενιζέλος είχε πάρει μέρος στις πρώτες εκλογές, τον Αύγουστο του 1910, ως ανεξάρτητος υποψήφιος βουλευτής Αττικοβοιωτίας...αν και ήταν απών.
   Και κάτι ακόμα: Ο Βενιζέλος όντως ήταν ο εκλεκτός του Στρατιωτικού Συνδέσμου και ήρθε "μετά βαΐων και κλάδων" στην Αθήνα για να κάνει μεταρρυθμίσεις, αλλά τελικά ούτε τους Πρίγκιπες έβγαλε από την ηγεσία του στρατεύματος, (ο διάδοχος Κωνσταντίνος έμεινε για πάντα ο "Αρχιστράτηγος" στην ιστορία και έδειξε τις στρατηγικές του ικανότητες στις νίκες των Βαλκανικών πολέμων 1912-13), ούτε αφαίρεσε βασιλικά προνόμια, τουναντίον μάλιστα έδωσε στον βασιλιά το δικαίωμα να συμμετάσχει στην αναθεωρητική βουλή, που προέκυψε μετά και παρά τη συνταγματική απαγόρευση. Ο μέχρι πρότινος αντιμοναρχικός και επαναστάτης του Θερίσου, που ηρωοποιήθηκε στην Κρήτη, τώρα γίνεται φιλομοναρχικός και "βασιλικότερος του βασιλέως"!     
  Το πρόβλημα επομένως είναι ότι όποιος διαβάζει αυτές τις γραμμές του σχολικού βιβλίου καταλαβαίνει ότι ο βασιλιάς ήταν ανεπιθύμητος, για να ξεσηκωθούν εναντίον του οι αξιωματικοί και να θέλουν την κατάργηση της βασιλείας  ή την αντικατάσταση του βασιλιά, ενώ αυτό βέβαια δε συνέβη ποτέ. Γενικότερα πάντως στα σχολικά βιβλία υπάρχει μια τάση προβολής ή και "αγιοποίησης" του Βενιζέλου, παρά τις ανακολουθίες και τα λάθη του, ενώ οι βασιλείς δεν έχουν ανάλογη αντιμετώπιση, για όσα καλά μπορεί να έκαναν στον τόπο, αντιθέτως δέχονται έντονη κριτική, λες και θα μπορούσαμε τότε να έχουμε ένα άλλο πολίτευμα, περισσότερο αντιπροσωπευτικό. Λες και στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν υπήρχαν βασίλεια και βασιλείς ή άλλα πιο συγκεντρωτικά καθεστώτα.
    Και μια τελευταία παρατήρηση. Τόσο καιρό κανένας σχολικός σύμβουλος στα δημοτικά, κανένας δάσκαλος δεν είδε ή δεν κατάλαβε το λάθος αυτό; Άσε τους συμβούλους του Υπουργείου, οι εκπαιδευτικοί της τάξης; Ή μήπως δε φτάνουν ποτέ σ' αυτό το κεφάλαιο και δεν το διδάσκουν καν;         
                                                                         Απόστολος Παπατσίρος
                                                   

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

Το πρόβλημα της γλώσσας: Mathe paidi mou grammata…


                   Το πρόβλημα της γλώσσας:  Mathe paidi mou grammata…

    Είναι αναμφισβήτητα το πιο πολυσυζητημένο πρόβλημα της σύγχρονης εκπαίδευσης, που διαρκώς διευρύνεται από την καταλυτική επιρροή της τεχνολογίας των υπολογιστών και της χρήσης των κινητών τηλεφώνων, με την εισβολή των greeklish και προσλαμβάνει πλέον διαστάσεις εθνικού προβλήματος. Ο τρόπος που μιλούν και γράφουν οι περισσότεροι νέοι σήμερα δεν είναι απλώς θέμα προσωπικής επιλογής ή μόδα εποχής που θα περάσει, αντίθετα αναδεικνύει μια καίρια αδυναμία του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος να εμπνεύσει με τους θεσμούς του, όπως η οικογένεια, το σχολείο, τα Μ.Μ.Ε ή τα πρόσωπα και τους φορείς εξουσίας, το σεβασμό στη χρήση της ελληνικής γλώσσας. Μην αποδίδουμε στα νέα παιδιά την ευθύνη της διαπιστωμένης ένδειας, παραφθοράς και ξενομανίας στο λόγο τους, αν δε δούμε πρώτα τις εσωτερικές ανεπάρκειες της κοινωνίας μας συνολικά και τον τρόπο που προσπαθούμε να τους επιβάλλουμε κάθε φορά αυτό που θεωρούμε σωστό. Αυτό βέβαια δεν απαλλάσσει τα ίδια τα παιδιά από τις δικές τους ευθύνες στον τρόπο που εκφράζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. 

Ποια είναι τα επιμέρους προβλήματα της γλώσσας σήμερα:

1)  Παρ’ όλο τον λεξιλογικό κι εκφραστικό πλούτο της γλώσσας μας, παρατηρείται το ανησυχητικό φαινόμενο τα νέα παιδιά κυρίως να μην μπορούν να εκφραστούν ικανοποιητικά, να περιγράψουν ή να αφηγηθούν παραστατικά τις σκέψεις ή τις εντυπώσεις τους, ακόμα και τις γνώσεις τους, γιατί αγνοούν τις κατάλληλες λέξεις ή τις χαρακτηριστικές διατυπώσεις στον λόγο. Αυτή η γλωσσική ένδεια ή λεξιπενία, είναι αισθητή τόσο στον προφορικό λόγο, με τη μορφή δυσφράδειας, εκφραστικής δηλαδή αδυναμίας και ασάφειας, όσο και στον γραπτό λόγο, που είναι πιο απαιτητικός και αξιολογείται με συνεχείς εξετάσεις στα διάφορα μαθήματα. 

2) Παράλληλα η χρήση περιορισμένου και κωδικοποιημένου λεξιλογίου, κυρίως με τυποποιημένες εκφράσεις, (νεανική αργκό) γίνεται συνήθεια και μόδα στην καθημερινή επικοινωνία κι έκφραση των νέων, δείγμα μιας άλλης αισθητικής αντίληψης για τη γλώσσα. Αποτέλεσμα της τάσης αυτής είναι να υιοθετούν μια μιμητική και βραχυλογική γλώσσα, η οποία όμως είναι συχνά δυσνόητη ή ακατανόητη για τους άλλους, που δεν είναι ¨μυημένοι¨ και να υπάρχει έτσι πρόβλημα επικοινωνίας ή συνεννόησης μεταξύ τους. Δείγμα αυτής της βραχυλογικής γλώσσας στον γραπτό λόγο, είναι η απουσία των φωνηέντων από τις λέξεις, που θεωρούνται πλέον περιττά στα γραπτά μηνύματα (s.m.s), οπότε μιλάμε για μια άφωνη, συνθηματολογική γλώσσα, που θυμίζει έντονα τα κρεολικά της Πολυνησίας. 

3)  Ένα άλλο πρόβλημα είναι η μαζική εισβολή ξένων λέξεων κι εκφράσεων, ως λογική συνέπεια της γλωσσομάθειας των νέων σήμερα, της πληροφορικής επανάστασης, της τεχνολογίας των επικοινωνιών, αλλά και της νεανικής pop κουλτούρας, πέρα από τη γνωστή ξενομανία του Έλληνα για λόγους επίδειξης. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ότι οι νέοι προτιμούν να χρησιμοποιούν ξένες λέξεις κι εκφράσεις, της Αγγλικής κυρίως, όσο ότι προτιμούν να γράφουν ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες, δημιουργώντας έτσι την παραγλώσσα των greeklish. Το πρόβλημα αυτό ξεκίνησε αρχικά αθώα με την αποστολή μηνυμάτων στα κινητά, τη χρήση του Facebook και το chat, αλλά ξέφυγε από τα όρια της εφηβικής ή νεανικής μόδας και ¨τρέλας της εποχής¨ κι έγινε συνήθεια στον γραπτό λόγο ακόμα και των μεγαλύτερων. 

4)   Ξένες λέξεις πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν στην ελληνική γλώσσα, αλλά τώρα έχουμε φτάσει στο σημείο να υιοθετούμε ως νεολογισμούς γλωσσικά υβρίδια ή τέρατα και να αλλάζουμε τους δικούς μας γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες. Τυπικό παράδειγμα, οι ¨ανόητοι¨ πληθυντικοί όπως οι δράσεις, οι πολιτικές, οι πρακτικές, τα άγχη, τα κόστη, τα ρίσκα ή τα ¨βαριά πυροβολικά¨ που είναι συνήθως απόδοση ή μεταφορά όρων από τα αγγλικά, ενώ στην ελληνική χρησιμοποιούνταν μόνο στον Ενικό αριθμό. Η νεολεξία ως γλωσσικό φαινόμενο είναι βέβαια κατανοητή, γιατί η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που ανανεώνεται διαρκώς ακολουθώντας την εξέλιξη, αλλά εδώ πρόκειται για ηθελημένη παραγωγή λέξεων, χάριν διαφοροποίησης ή εντυπωσιασμού. Σ’ αυτό το πρόβλημα ευθύνη έχουν πολλοί πολιτικοί, που αρέσκονται σε λέξεις εφευρήματα, αλλά και πρόσωπα της τηλεόρασης κυρίως. Ίσως η βαθύτερη πρόθεσή τους να είναι η απροσδιοριστία και η συσκότιση με τα διφορούμενα μηνύματα και λέξεις της πολιτικής, όπως π.χ το ¨μεσομακροπρόθεσμα¨ να έχουν διπλή ανάγνωση από το κοινό. Ευθύνη έχουν και ειδικοί επιστήμονες, που χρησιμοποιούν εσφαλμένους όρους όπως π.χ, οι αρχιτέκτονες με τον όρο ¨αναπαλαίωση¨, γιατί η παλαίωση ως διαδικασία νοείται άπαξ και εκ του χρόνου, ποτέ εκ νέου κι από μας.

5)   Λιγότερο σημαντικό πρόβλημα στη χρήση της γλώσσας είναι η παράλληλη χρήση ή σύγχυση ανάμεσα στην καθαρεύουσα και τη δημοτική. Η καθαρεύουσα επιβιώνει στην πολιτική εξουσία και το πνεύμα σύνταξης των νόμων, όσο και τη δικαστική εξουσία και θεωρείται πιο επίσημη γλώσσα, ενώ η δημοτική είναι η γλώσσα του λαού, η καθομιλούμενη, που έχει καθιερωθεί επίσημα ως Νεοελληνική Κοινή από το 1976. Η γλωσσικές μας επιλογές επομένως απηχούν διαφορετικές εποχές και εκπαιδευτικά συστήματα, εκφράζουν διαφορετικές ηλικίες, προθέσεις ή ανάγκες, γιατί αλλιώς μιλάνε και γράφουν οι μεγαλύτεροι, αλλιώς οι νεότεροι, αλλιώς μιλάμε μεταξύ μας και αλλιώς αναφερόμαστε προφορικά ή γραπτά στα διάφορα όργανα του κράτους. Αυτός ο δυϊσμός στη γλώσσα στο παρελθόν είχε προσλάβει διαστάσεις εμφυλίου, για αμφότερες τις πλευρές οπαδών καθαρεύουσας και δημοτικής, αλλά μετά την καθιέρωση της δημοτικής η επιλογή λέξεων από την καθαρεύουσα, είναι περισσότερο θέμα παιδείας ή προσωπικού ύφους του καθενός. Περισσότερο σημαντική είναι η διάσταση ανάμεσα στον προφορικό λόγο, που εκφράζει την απλότητα, τη ζωντάνια και την αμεσότητα της σκέψης και του συναισθήματος και τον γραπτό, που είναι πιο σοβαρός, πιο επίσημος και απαιτεί δομημένη τυπολογικά έκφραση και τήρηση των μορφοσυντακτικών κανόνων.


Αιτίες του γλωσσικού προβλήματος:

1) Η ενοποίηση του γήινου χώρου με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία και αγορά, την εξάπλωση της πληροφορικής κοινωνίας και τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης, κατέστησαν την επικοινωνία των ανθρώπων εθνικά απρόσωπη και τυπική λόγω της πολυπολιτισμικότητας των κοινωνιών και της σταδιακής υποχώρησης εθνικών γλωσσών στο όνομα ενός οικουμενικού πολιτισμού. Η ανάγκη για ταχύτατη μετάδοση της πληροφορίας παντού, καθιέρωσε την παντοκρατορία της Αγγλικής και έθεσε στο περιθώριο εθνικές γλώσσες, μεταξύ αυτών και την Ελληνική. Τώρα πλέον όλος ο κόσμος, και όχι μόνο οι διπλωμάτες όπως ήταν παλιότερα, σκέφτεται, μιλάει και γράφει στην Αγγλική. Συνακόλουθα κι εμείς εδώ στην Ελλάδα φροντίζουμε από μικρή ηλικία τα παιδιά μας να μαθαίνουν γλώσσες, να παίρνουν αντίστοιχα πτυχία γλωσσομάθειας για να σπουδάσουν στο εξωτερικό, αλλά δε δείχνουμε το ίδιο ενδιαφέρον για τα ελληνικά τους. 

2) Η γενικότερη αίσθηση που υπάρχει στην Ελλάδα είναι ότι κάθε τι ξενόφερτο είναι καλύτερο, από το ελληνικό. Έτσι αναμασούμε ¨πολιτιστικά υποπροϊόντα¨ της Δύσης, γιατί νομίζουμε ότι θα αποκτήσουμε κύρος, θα γίνουμε περισσότερο Ευρωπαίοι και σύγχρονοι, αν είμαστε νεωτερικοί ή κοσμοπολίτες και μιλάμε βεβαίως όπως οι ξένοι. Αυτή η μιμητική διάθεση και η ξενομανία μας είναι περισσότερο εμφανής στον τρόπο επικοινωνίας κι έκφρασης και απειλεί τη γλωσσική και εθνική μας ταυτότητα, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουμε. 

3) Η οπτικοποίηση των μηνυμάτων λόγω της υψηλής τεχνολογίας με τη χρήση των πολυμέσων, της πληροφορικής και του διαδικτύου, αλλά και λόγω της κυριαρχίας της τηλεοπτικής εικόνας, άλλαξαν τις συνήθειες των ανθρώπων, που διαβάζουν λιγότερα βιβλία ή εφημερίδες, γράφουν με αποσπασματικό ή κωδικοποιημένο τρόπο κι εκφράζονται απλουστευτικά, σχεδόν συνθηματολογικά, όπως ακριβώς επιτάσσει η εποχή της ταχύτητας που ζουν. Τα περισσότερα ΜΜΕ χρησιμοποιούν μια γλώσσα εντελώς πεζή, μαζικά εύληπτη, επιφανειακά συναισθηματική, άλλοτε προκλητική ή νεωτεριστική αποσκοπώντας στον φτηνό εντυπωσιασμό και το εύκολο κέρδος.

4) Ο τεχνοκρατικός χαρακτήρας της εποχής μας εισχωρεί στο πεδίο σχεδιασμού και υλοποίησης της εκπαιδευτικής πολιτικής και προσαρμόζει την παρεχόμενη γνώση στο σχολείο περισσότερο στην αγορά εργασίας. Αυτό συνεπάγεται μείωση του ενδιαφέροντος των μαθητών για τα καθαρώς φιλολογικά μαθήματα ή τις ανθρωπιστικές σπουδές, οπότε χάνεται η επαφή με τον πνευματικό κόσμο του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, που εμπεριέχεται καθολικά στη γλώσσα του, με τον ανεξάντλητο πλούτο λέξεων και εννοιών και χάνεται έτσι το νήμα της διαχρονίας της. Όταν δεν κατανοούμε τα αρχαία ελληνικά στην Ελλάδα και δε μιλάμε σωστά ούτε τα νεοελληνικά, τότε δε μας φταίνε οι ξένοι, οι οποίοι παρεμπιπτόντως λατρεύουν τους αρχαίους, το πνεύμα τους, την τέχνη τους και διδάσκουν τη γλώσσα τους σε πολλά σχολεία και πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η απώθηση του κριτικού στοχαστικού λόγου από το πνεύμα της εκπαίδευσης πάντως είναι και συνάρτηση της αξιολόγησης της γνώσης με βάση την ικανότητα απομνημόνευσης των μαθητών και το στρεβλό σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων. 

5)  Στην ελληνική γλώσσα ενυπάρχουν έντονα στοιχεία πολιτιστικής αλληλεπίδρασης από άλλους λαούς και γλώσσες, που αποκτήθηκαν στην ιστορική της διαδρομή, άλλοτε ειρηνικά και άλλοτε μετά από κατακτήσεις ή πολέμους. Έτσι έχουμε πολλά γλωσσικά δάνεια από τη λατινική, αγγλική, γαλλική γλώσσα και πολλά κατάλοιπα σλαβικά και τουρκικά, να συνθέτουν την ποικιλομορφία της και την ετερογένεια της, που για κάποιους είναι πρόβλημα και μιλούν για ανάγκη γλωσσικής καθαρότητας, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν νοείται αμιγής γλώσσα σήμερα στον κόσμο. Καμία γλώσσα δεν μπορεί να μείνει ανέπαφη στο χρόνο και ειδικά για μας τους μεσογειακούς λαούς οι γλωσσικές επιρροές είναι αμοιβαίες, υπάρχουν άλλωστε και πολλές αντιδάνειες λέξεις. Το θέμα είναι η δική μας επιλογή, γιατί πολλές από τις ξένες λέξεις μπορούν ν’ αποδοθούν κάλλιστα με ελληνικές. 

6)  Η γενικότερη αμφισβήτηση και κρίση διαχρονικών αξιών, όπως η πατρίδα, η θρησκεία, η οικογένεια, η επιστήμη, η τέχνη και η παιδεία δεν αφήνει ανεπηρέαστη τη γλώσσα, η οποία αντανακλά έτσι όλες τις αδυναμίες και τις παθογένειες της εποχής. Αυτό είναι απόρροια του γενικότερου πνεύματος αποδόμησης των πνευματικών και ηθικών αξιών της εποχής μας, από την κυριαρχία του καταναλωτισμού και του μηδενισμού. Η γλωσσική αφασία είναι βολική για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα, γιατί όταν οι άνθρωποι πιθηκίζουν γλωσσικά, δεν σκέφτονται καθόλου κριτικά και εύκολα καθοδηγούνται ως αγέλη στη χαύνωση της αφθονίας αγαθών. Σ’ αυτό το διαλυτικό πνεύμα της εποχής εμφιλοχωρούν και πολιτικά πρόσωπα, όργανα ή κόμματα που διαστρέφουν το νόημα των λέξεων ή επινοούν άλλες δικές τους προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις όποιες δημαγωγικές προθέσεις τους (τυποποιημένες εκφράσεις-κλισέ, ¨ξύλινη γλώσσα¨, λαϊκιστική προπαγάνδα, ρητορική επιτήδευση, εθνικιστικές κορόνες, κ.α. ).


Οι συνέπειες του γλωσσικού προβλήματος:

1)  Η αδυναμία έκφρασης, η ασαφής διατύπωση, η ασυνταξία, η ανορθογραφία δημιουργούν δυσχέρειες στην επικοινωνία των ανθρώπων και την απόδοσή τους στο περιβάλλον εργασίας τους. Αυτό το πρόβλημα διαπιστώνεται έντονα στο σχολικό περιβάλλον, που γίνονται εύκολα και οι συγκρίσεις. Συνήθως όσοι εμφανίζουν προφανή αδυναμία στο χειρισμό του λόγου, παρουσιάζουν μια αμηχανία και έλλειψη αυτοπεποίθησης ή φοβούνται να εκφραστούν ελεύθερα, γιατί θεωρούνται από του άλλους απαίδευτοι, ημιμαθείς ή αγράμματοι και αντιμετωπίζονται με προκατάληψη. 

2)   Η γλωσσική ένδεια είναι ανησυχητική ως φαινόμενο, γιατί οδηγεί στον περιορισμό της σκέψης και της αντίληψης των ανθρώπων, γιατί όλες οι λέξεις αντιστοιχούν σε νοήματα και παραστάσεις. Αντίθετα όσο περισσότερες λέξεις γνωρίζουμε, τόσο περισσότερες σκέψεις ή παραστάσεις έχουμε στο μυαλό μας και για να θυμηθούμε τον Βιτγκενστάιν: ¨τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου¨.

3)   Όταν δε σεβόμαστε την εθνική μας γλώσσα και μιλάμε ασυνείδητα με απίθανους νεολογισμούς, βαρβαρισμούς, τυποποιημένες ή αργκό εκφράσεις και ξενόφερτες λέξεις, αποκόπτουμε μια -μια τις ρίζες μας από το παρελθόν και χάνουμε την αίσθηση της ελληνικότητάς μας, την ίδια την εθνική μας ταυτότητα. Η γλώσσα δεν είναι μια τυπική συνήθεια στη ζωή μας να την αλλάζουμε οπότε και όπως εμείς θέλουμε, αλλά σημείο αναφοράς και ενότητας ενός ολόκληρου έθνους, ο¨ καθρέφτης της ψυχής του¨.


Τρόποι αντιμετώπισης του προβλήματος: 

1)  Η γλώσσα διδάσκεται καθημερινά, όχι μόνο στο σχολείο, το φροντιστήριο ή το Πανεπιστήμιο. Παντού! Από μικρά παιδιά μιμούμαστε τη γλώσσα των μεγάλων, γονέων και εκπαιδευτικών, με ευκολία αναπαράγουμε ό, τι ακούμε στην τηλεόραση ή το δρόμο, γιατί η μίμηση είναι ένας τρόπος προσαρμογής μας στο περιβάλλον, ο πιο εύκολος. Ο άλλος, ο πιο δύσκολος, που προϋποθέτει μελέτη βιβλίων, διαρκή μαθητεία και γνώση, ξεκινάει από τα πρώτα σχολικά μας χρόνια και τη βασική εκπαίδευση και επεκτείνεται μετά στη δια βίου μάθηση. Η γλωσσική αγωγή των παιδιών διαμορφώνεται καταλυτικά στο σχολείο από τους δασκάλους και καθηγητές, οι οποίοι οφείλουν να γνωρίζουν και να χειρίζονται σωστά τη γλώσσα, ώστε να αποκτήσουν τα παιδιά ευχέρεια λόγου με λεξιλογικό πλούτο, να συντάσσουν και να γράφουν σωστά. Η ευθύνη αυτή δεν αφορά μόνο τους φιλολόγους, που διδάσκουν γλωσσικά ή θεωρητικά μαθήματα, αλλά και όλους τους εκπαιδευτικούς που διδάσκουν ανεξαιρέτως, γιατί το προσωπικό τους παράδειγμα ή ύφος λόγου υιοθετούν τα παιδιά. Πρέπει για αυτό να παροτρύνουν τους μαθητές τους να μιλούν και να γράφουν σωστά, γιατί ο λαός λέει ¨μ’ όποιο δάσκαλο καθήσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις¨. 

2)  Η πολιτεία οφείλει να αναθεωρήσει την εκπαιδευτική της φιλοσοφία και να ενισχύσει την παιδαγωγική αυτονομία του σχολείου, σε σχέση με την αγορά εργασίας, που υποδεικνύει κάθε φορά την κατεύθυνση και τα αναλυτικά προγράμματα σπουδών. Το Υπουργείο Παιδείας οφείλει να προστατεύσει και να ενισχύσει τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στη διαχρονική της μορφή, ώστε τα παιδιά να την κατανοήσουν, να την αγαπήσουν και να τη μάθουν καλύτερα. Σ’ αυτή την προσπάθεια πρέπει να συμβάλλουν και τα Πανεπιστήμια στοχεύοντας στην παροχή υψηλότερου επιπέδου σπουδών, καλύτερης εξειδίκευσης και παιδαγωγικής κατάρτισης στους μέλλοντες εκπαιδευτικούς. Ο δάσκαλος και ο καθηγητής δεν «υπηρετεί στο δημόσιο», υπηρετεί ένα ιδανικό, οπότε πρέπει να επιλέγεται αξιοκρατικά, να αξιολογείται στην τάξη και να επιμορφώνεται σταδιακά. 

3) Τα Μ.Μ.Ε και οι δημοσιογράφοι ειδικότερα, καλούνται να διαμορφώσουν το γλωσσικό αισθητήριο των νέων ανθρώπων περισσότερο, γιατί επηρεάζουν τις συνήθειες και τον τρόπο σκέψης τους, λόγω της μεγάλης απήχησης που έχουν στο ευρύτερο κοινό. Μπορούν να αποτρέψουν αυτή τη νεωτεριστική κουλτούρα με τις επίπλαστες λέξεις, που είναι κενές περιεχομένου, τους πολλούς «ξενισμούς», όσο και τα εκφυλιστικά φαινόμενα στη γλώσσα, όπως η χυδαιολογία, η ρυπαρογραφία και γενικώς η ευτέλεια. Αν υπάρχουν τα αυτονόητα όρια ευπρέπειας και ποιότητας στον δημόσιο λόγο τους, γραπτό και προφορικό, θα συνεισφέρουν σημαντικά στη διατήρηση ή και την απόκτηση γλωσσικού ήθους από ένα μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού και κυρίως του τηλεοπτικού τους κοινού. 

4)   Οι πολιτικοί οφείλουν να είναι περισσότερο απαιτητικοί στην καθαρότητα και την ουσία του λόγου, ν’ αποβάλλουν τον βερμπαλισμό, τον στόμφο, τη ρητορική επιτήδευση, την κενολογία, την αμετροέπεια, την κομματική προπαγάνδα, τον λαϊκισμό και την τυποποίηση, γιατί γίνονται συχνά πρότυπα μίμησης από τους οπαδούς τους, και όχι μόνο. Αυτή η γλώσσα των πολιτικών ηχεί παράτονα στ’ αφτιά μας, χρόνια τώρα, από την εποχή της μεταπολίτευσης και πρέπει επιτέλους να ξεφύγει από τον φορμαλισμό και να γίνει πιο αυθεντική και ξεκάθαρη. Ο λόγος των πολιτικών πρέπει να αποκτήσει συνέπεια και καθαρότητα, να γίνει υπόδειγμα σκέψης και σημείο αναφοράς για τον λαό.

Συμπερασματικά: 

   Ο τρόπος που σκεφτόμαστε, μιλάμε και γράφουμε, εκφραζόμαστε κι επικοινωνούμε, είναι συνάρτηση του πνευματικού και ηθικού μας κόσμου, των γνώσεων και των εμπειριών μας. Η γλώσσα έχει ακριβώς αυτή την ενέργεια και τη δύναμη, να συμπυκνώνει μέσα μας μοναδικά όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες της ζωής μας, όλο τον κόσμο των αισθήσεων και των νοητικών παραστάσεων. Η γλώσσα δεν είναι μόνο ένας κώδικας σημείων, ένα απλό εργαλείο καθημερινής χρήσης ή ένας θεσμός της κοινωνίας, αλλά όλος ο κόσμος της νόησης και της φαντασίας. Γι’ αυτό ο καθένας μας οφείλει να έχει γλωσσική παιδεία, γνώση και ευαισθησία, από ανάγκη καλύτερης αυτοσυνείδησης και περισσότερης ελευθερίας.




     

Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2018

Γιατί είναι εσφαλμένη η συνεξέταση της Νεοελληνικής Γλώσσας με τη Λογοτεχνία στο Λύκειο


Γιατί είναι εσφαλμένη η συνεξέταση της Νεοελληνικής Γλώσσας με τη Λογοτεχνία στο Λύκειο

   Σύμφωνα με το νέο προτεινόμενο σχέδιο νόμου για την εισαγωγή στα ΑΕΙ το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ΄ Λυκείου, όπως το ξέραμε με περίληψη δοσμένου κειμένου (άρθρου ή δοκιμίου), ερωτήσεις κατανόησης, λεξιλογικές, υφολογικές, δομής, τρόπων πειθούς και ανάπτυξης παραγράφων και η παραγωγή λόγου δηλαδή η έκθεση, αλλάζουν και περιορίζονται σημαντικά ως προς το εύρος τους γιατί προβλέπεται παράλληλα και η εξέταση αποσπάσματος αδίδακτου κειμένου λογοτεχνικού, ποιητικού ή πεζού. Το σχετικό παράδειγμα της παράλληλης και ταυτόχρονης εξέτασης των δύο μαθημάτων, Γλώσσας και Λογοτεχνίας αντιγράφουμε από την Κύπρο, που το εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια με αμφιλεγόμενα όμως αποτελέσματα. Ο τρόπος αυτής της εξέτασης εφαρμόστηκε ήδη για πρώτη φορά στα ΕΠΑΛ φέτος το 2018 στις Πανελλαδικές εξετάσεις, και εφαρμόζεται τα τελευταία δύο χρόνια στο Γυμνάσιο.

  Αρχικά πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά μαθήματα, με διαφορετική μέθοδο διδασκαλίας κι εξέτασης και εντελώς διαφορετική διδακτική πρόθεση, σύμφωνα και με το αναλυτικό τους πρόγραμμα, όπως αυτό περιγράφεται στο αντίστοιχο Φ.Ε.Κ. Οπότε η παράλληλη εξέτασή τους εγείρει θέματα παιδαγωγικής ορθότητας ή και επιστημολογικής εγκυρότητας. Και εξηγούμαι: 

Α.  Η εμπειρία από την παράλληλη εξέτασή τους και στις τρεις τάξεις στο Γυμνάσιο -ως τώρα- δεν γεννά την αισιοδοξία ότι κάτι καλό μπορεί να προκύψει και για τα δύο μαθήματα. Δεν ευνοεί, ούτε αναβαθμίζει διδακτικά κανένα από τα δύο. Περισσότερο συσκοτίζει την κρίση των μαθητών και ευνοεί την τυπική αποστήθιση από βοηθήματα και λιγότερο καλλιεργεί την ελεύθερη σκέψη και τη φαντασία τους. Η θεωρία της λογοτεχνίας δεν είναι γνωστή, ούτε τα παιδιά έχουν κατανοήσει επαρκώς ειδικούς όρους ερμηνευτικούς, αφηγηματικούς, υφολογικούς, ούτε ποιητικές σχολές και τεχνοτροπίες ώστε και να εξετάζονται όλα αυτά και να είναι αντιπροσωπευτική η εξέταση αυτή. Η συνεξέταση της Γλώσσας και Λογοτεχνίας αυξάνει αναίτια το άγχος σε μικρούς μαθητές στο τέλος, λόγω και του υπερβολικού όγκου εξεταστέας ύλης, ενώ η τρίωρη εξέταση του μαθήματος στο Γυμνάσιο θεωρείται ιδιαίτερα κουραστική. Δεν υπήρχε άλλωστε και επαρκής προετοιμασία ενημέρωσης στους συναδέλφους με ειδικά σεμινάρια ή ενδεικτική τράπεζα θεμάτων ώστε να εξοικειωθούν όλοι με τη νέα μέθοδο διδασκαλίας και εξέτασης. Ούτε προέκυψε αυτή η αλλαγή έπειτα από διάλογο με τους φιλολόγους της τάξης, τους Συνδέσμους Φιλολόγων, την Π.Ε.Φ κλπ. ούτε υπάρχουν αντίστοιχα σχολικά εγχειρίδια προσαρμοσμένα σ’ αυτό το είδος παράλληλης εξέτασης Λογοτεχνίας και Γλώσσας. Οι περισσότεροι φιλόλογοι αιφνιδιάστηκαν και άρχισαν τις αναζητήσεις στο διαδίκτυο ή αυτοσχεδίασαν με βάση όσα ήξερε ή μπορούσε να καταλάβει ο καθένας. 

Β.  Η πρόθεση του Υπουργείου να καθιερώσει αυτόν τον τρόπο εξέτασης και στις Πανελλαδικές εξετάσεις των ΓΕΛ δε θα λύσει τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα στην αξιολόγηση των γραπτών των μαθητών, αντίθετα θα δημιουργήσει πολλά περισσότερα. Η βαθμολόγηση της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ήταν ίσως η πιο αμφιλεγόμενη και αυτή με τις περισσότερες αναβαθμολογήσεις, και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ευθύνονταν οι βαθμολογητές, γιατί ήταν περισσότερο θέμα ερμηνείας (και τα βοηθήματα δε βοηθάνε) και εδώ χωράει πολλή συζήτηση για το «τι ήθελε να πει τελικά ο ποιητής…». Αυτός ήταν κι ένας λόγος άλλωστε που καταργήθηκε το μάθημα από τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα και το ερώτημα που γεννάται είναι πως θα είναι δυνατή η αντικειμενική αξιολόγησή του στο μέλλον, όταν μάλιστα θα συνεξετάζεται -μέσα σ’ ένα τρίωρο- με την επίσης αμφιλεγόμενη ως προς την αξιολόγησή της Έκθεση. 

Γ.   Το νέο αναλυτικό πρόγραμμα της Νεοελληνικής Γλώσσας δε θεωρεί απαραίτητη την εξέταση της Περίληψης κειμένου, (αν και το αντίστοιχο ΦΕΚ την αναφέρει ενδεικτικά ως μια πιθανή δραστηριότητα, εντούτοις δεν εξετάστηκε στις πανελλαδικές των ΕΠΑΛ το 2018, ούτε και στις επαναληπτικές) και αφαιρεί την πιο σημαντική άσκηση κατανόησης του κειμένου, που φανερώνει και τη γλωσσική ικανότητα του μαθητή να αναδιατυπώνει τις απόψεις του συγγραφέα. Η περίληψη είναι απαραίτητη στην αξιολόγηση του μαθητή γιατί καταλαβαίνεις αν έχει ή δεν έχει κριτική και αφαιρετική ικανότητα και ταλέντο στη σύνθεση και τη διατύπωση ενός αυτοτελούς κειμένου 100 -120 λέξεων, που είναι και η σύνοψη των σημαντικών πληροφοριών ή των θέσεων του συγγραφέα. Η περίληψη ήταν το ¼ της συνολικής επίδοσης με 25 μονάδες και η δεύτερη σε σημασία μετά την παραγωγή λόγου (40 μονάδες). Μετά δε και την αφαίρεση της ερμηνευτικής ερώτησης ή τον σχολιασμό μιας άποψης του συγγραφέα (τρίτη σε βαθμό δυσκολίας ερώτηση με 10 μονάδες) τα τελευταία χρόνια και την αντικατάστασή της με μια απλή ερώτηση Σωστού ή Λάθους, η εξέταση της Νεοελληνικής Γλώσσας περιφρονεί κι άλλο την κριτική άποψη και ικανότητα σύνθεσης αποδεικτικού λόγου του μαθητή, καθώς του δίνει «έτοιμη λύση» μέσα από το κείμενο, αρκεί αυτός να ξέρει να διαβάζει και να καταλαβαίνει στοιχειωδώς. 

Δ.  Η νέα «παραγωγή λόγου», η Έκθεση δηλαδή, που ζητείται να γράψουν οι μαθητές, σύμφωνα με το νέο αναλυτικό πρόγραμμα, δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 250 λέξεις. Ενώ πριν τους ζητούσαμε να γράψουν 600 λέξεις, δηλαδή δυόμιση σελίδες τουλάχιστον, τώρα τους λέμε να γράψουν 250 λέξεις, δηλαδή δυόμιση παραγράφους! Και το ερώτημα είναι γιατί; Με ποιο σκεπτικό άραγε γίνεται αυτό; Τί σόι παραγωγή λόγου είναι αυτή που δεν περνάει τη μισή σελίδα; Είναι δυνατόν ένας μαθητής να γράψει κείμενο με αναλυτική σκέψη, ερμηνεία και κρίση, να διατυπώσει τις απόψεις του με επιχειρήματα ή να αναφέρει και τεκμήρια σε 250 λέξεις; Είναι δυνατό να χρησιμοποιήσει περιγραφή ή αφήγηση ή μεταφορικό λόγο και αυθεντίες ή να γράψει πρόλογο ή επίλογο και κανονική παράγραφο σύμφωνα και με τη θεωρία μόνο με 250 λέξεις; Και αν δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει όλους αυτούς τους τρόπους πειθούς κι ανάπτυξης και τα εκφραστικά μέσα τότε γιατί του τα διδάσκουμε; Γιατί τον παιδεύουμε; Ποιος είναι ο σκοπός του μαθήματος της Έκθεσης τελικά; Μήπως να γράφουν οι μαθητές ένα απλό «διάγραμμα» ή «σχεδιάγραμμα», χωρίς καμιά εμβάθυνση ή ανάλυση, χωρίς κριτική άποψη με ουσιαστικές προτάσεις και καμιά πρωτοτυπία; Το βλέπουμε όλο και πιο συχνά όσοι βαθμολογούμε στις πανελλαδικές· εκθέσεις σχεδιαγράμματα και περιλήψεις χωρίς πληροφορίες. Αφόρητη τυπολογία και ρηχή επιχειρηματολογία, εντελώς αναμενόμενη. 

Ε.  Το άγνωστο λογοτεχνικό κείμενο που θα κληθούν οι μαθητές να επεξεργαστούν και να το σχολιάσουν ερμηνευτικά, δεν είναι σίγουρο ότι θα το κατανοούν κιόλας, αν αγνοούν τον λόγο για τον οποίο γράφτηκε, την εποχή του και το ιδιαίτερο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό περιβάλλον που το γέννησε ή την ιδεολογία και τις προθέσεις ή ακόμα και την ιδιαιτερότητα του συγγραφέα που το έγραψε. Αν δεν τα γνωρίζουν όλα αυτά θα οδηγηθούν σε εικασίες και πιθανόν σε παρερμηνείες. Και μη μου πείτε ότι θα υπάρχει εισαγωγικό σημείωμα να τους πληροφορεί σχετικά, αυτό βεβαίως και δε θα’ ναι αρκετό. Οπότε η εξέταση της λογοτεχνίας θα κρίνεται σε μεγάλο βαθμό από την τύχη, αν δηλαδή έχεις μελετήσει την εποχή και ξέρεις αρκετά στοιχεία για τον συγγραφέα και το έργο του, διαφορετικά την πάτησες. 

ΣΤ΄.  Ένας αντίλογος ακόμα για την παράλληλη εξέταση της Λογοτεχνίας με τη Γλώσσα είναι το ότι δεν μπορείς να απαιτείς από μαθητές που είναι προσανατολισμού Θετικών σπουδών ή Οικονομίας και Πληροφορικής να σου γράψουν για την οπτική γωνία ή τον χαρακτήρα του ήρωα ή τις τεχνικές αφήγησης και τα «κειμενικά συμφραζόμενα» (sic) ή τα ποιητικά σύμβολα και να κριθεί από αυτά η εισαγωγή τους στο Πολυτεχνείο, τις Ιατρικές, τις Οικονομικές και λοιπές σχολές. Αυτά αφορούν κυρίως τις ανθρωπιστικές σπουδές του 1ου πεδίου, τους υποψήφιους φιλολόγους δηλαδή, (που θα τα διδαχτούν αναλυτικά εννοείται και στη σχολή τους για να τα διδάξουν κιόλας) και δεν πρέπει να αποτελέσουν εμπόδιο για τους υποψηφίους όλων των υπόλοιπων πεδίων, (που μπορεί και να μην τους αρέσει η λογοτεχνία) να πετύχουν την εισαγωγή στη σχολή της αρεσκείας τους. Η λογοτεχνία δεν είναι σαν τη γλώσσα που οι υποψήφιοι φοιτητές υποχρεούνται να την ξέρουν καλά και να τη χειρίζονται σωστά στις διάφορες μορφές της, ανάλογα και με τις απαιτήσεις του προφορικού ή γραπτού λόγου. 

Ζ.  Η παραγωγή λόγου, που προβλέπεται και στη Λογοτεχνία, δε θα πρέπει να ξεπερνά τις 150 λέξεις -σύμφωνα με την εγκύκλιο- που σημαίνει ότι κι εδώ μπαίνει ένας φραγμός στη σκέψη, την αναλυτική ερμηνεία ή τη διατύπωση αιτιολογημένης κρίσης για τον ήρωα και τα συναισθήματά του ή τις επιλογές της ζωής του, γεγονός που αντίκειται στη θεωρία της λογοτεχνίας και τη διδακτική αξιοποίηση των κειμένων της ποίησης και της πεζογραφίας. Δεν μπορείς να περιορίζεις την ερμηνευτική ανάλυση ή τον αιτιολογημένο αξιολογικό χαρακτηρισμό προσώπων και πράξεων σε 150 λέξεις μόνο και βέβαια δεν μπορείς να δεσμεύεις τα συναισθήματα ή τη φαντασία των μαθητών σε μια λογικά τυπική ή ενδεικτική απάντηση, αναμενόμενη ως επί το πλείστον. Επομένως η λογοτεχνία έτσι όπως εξετάζεται δεν περικλείει τιμή για την ίδια, δεν θα είναι λογοτεχνική η ανάλυση, αλλά άλλη μια μηχανιστική αναπαραγωγή λόγου προσαρμοσμένη στη λογική των πανελλαδικών όπως και οι περισσότερες εκθέσεις που διαβάζουμε στα βαθμολογικά. 

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ: 

Α.  Είναι σίγουρο ότι η Νεοελληνική Γλώσσα, ως πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα, χρειαζόταν κάποιες αλλαγές, αλλά όχι αυτές που προτείνονται -και με τον τρόπο που προτείνονται- από το ΙΕΠ. Δε θα κάνει το μάθημα ελκυστικότερο η Λογοτεχνία, το αντίθετο μάλλον οι μαθητές μπορεί στο τέλος να μισήσουν και τα δύο. Η Γλώσσα πρέπει να παραμείνει Γλώσσα, δηλαδή με Περίληψη (120 λέξεις) και Παραγωγή Λόγου (600 λέξεις τουλάχιστον) ως βασική εξέταση που θα αποδεικνύει την ικανότητα του μαθητή στο γράψιμο. Πρέπει απλώς να εμπλουτιστούν τα κείμενα που διδάσκονται οι μαθητές, οπότε πρέπει να αποσυρθούν τα παλιά βιβλία και να μπουν νεότερα και πιο σύγχρονα κείμενα με πιο ελεύθερη θεματολογία. Γι’ αυτό πρέπει να καταργηθούν και οι «Θεματικοί Κύκλοι» των τριών τάξεων ώστε να μην υπάρχει η συνήθης αναπαραγωγή από φροντιστήρια -κάθε είδους- «έτοιμης γνώσης» σε δοσμένα θέματα και βεβαίως τα θεωρούμενα SOS με τα διάφορα «σχεδιαγράμματα», που σκοτώνουν τη σκέψη και αφαιρούν όλο τον αυθορμητισμό και την ελευθερία της έκφρασης των μαθητών. 

Β. Οι ερωτήσεις κατανόησης Σωστού ή Λάθους μπορούν να γίνουν πιο σύνθετες και να μην είναι απλή μεταφορά φράσεων από το κείμενο και τόσο εύκολη η απάντησή τους.

Οι λεξιλογικές ερωτήσεις (συνώνυμα- αντώνυμα) πρέπει να είναι σαφώς πιο απαιτητικές και για πιο σπάνιες ή λόγιες λέξεις. Παράλληλα καλό θα ήταν να εξετάζεται και η ετυμολογία των λέξεων ή να ζητούνται και ομόρριζα απλά ή σύνθετα. 

Πρέπει να επανέλθουν οι ερωτήσεις τρόπων και μέσων πειθούς (που εξετάστηκαν τελευταία φορά το 2012). Τί νόημα έχει τότε η διδασκαλία τους αν δεν εξετάζονται; 

Η απόδοση ενός κυριολεκτικού ή μεταφορικού τίτλου ή και πλαγιοτίτλων στο δοσμένο κείμενο δεν ενδείκνυται ως ερώτηση γιατί οι μαθητές γράφουν λίγο πολύ τα ίδια και όλα θεωρούνται σωστά στο τέλος. 

Δεν είναι δυνατό να ζητάμε από μαθητές της Γ΄ Λυκείου να βρουν μόνο δύο ρήματα παθητικής φωνής (2018) ή δύο μεταφορές από το κείμενο. Είναι υποψήφιοι για το πανεπιστήμιο ας μην το ξεχνάμε…

Εκφράζω την προσωπική άποψη και αγωνία μου για τη Γλώσσα, που ξέρω ότι συμμερίζονται και πολλοί συνάδελφοί μου, με το δικαίωμα που μου δίνει η εμπειρία 28 χρόνων στην τάξη και με την ελπίδα να αλλάξει κάτι. 

                                                                                 Ευχαριστώ για την υπομονή σας.
                                                                       Απόστολος Παπατσίρος, 1ο ΓΕΛ. ΣΠΑΡΤΗΣ

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Η στρέβλωση της πολιτικής ορθότητας


Η στρέβλωση της πολιτικής ορθότητας                                Παπατσίρος Απόστολος 
                                                                                                              φιλόλογος

    Ο όρος πολιτική ορθότητα (politically correct) είναι μια πολιτική αντίληψη και ιδεολογία για τον έλεγχο της δημόσιας έκφρασης των ανθρώπων δια νόμου και την υποχρεωτική συμμόρφωσή τους σε κανόνες δεοντολογίας και κυρίως ορολογίας, που θεωρούνται «πολιτικά ορθοί». Αφορά ένα σύνολο λέξεων που μπορεί να θεωρηθούν προκλητικές, ίσως και προσβλητικές για κάποιους ή απλά προβληματικές και ανεπιθύμητες από κάποιους άλλους, για τους δικούς τους λόγους, οπότε προτείνεται η αντικατάστασή τους από άλλες πιο ήπιες, ουδέτερες και αποδεκτές. Η αντικατάστασή τους αυτή δε θα πρέπει να γίνεται όμως απ’ τον καθένα προαιρετικά, αλλά απ’ όλους υποχρεωτικά και «επί ποινή», αν κάποιος «δε συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις». 

   Το απαύγασμα αυτής της «πολιτικής ορθότητας» είναι ο δικός μας αντιρατσιστικός νόμος, που προβλέπει ποινές για όποιον προκαλεί το μίσος ή ενδεχομένως υποκινεί τη ρατσιστική βία με τις απόψεις του, αρνείται γενοκτονίες, ολοκαυτώματα, εγκλήματα κ.α ή διατυπώνει απαξιωτικές κρίσεις για ανθρώπους με διαφορετική θρησκεία, φυλετική ή εθνική καταγωγή, κοινωνική προέλευση, σεξουαλική ταυτότητα κ.λ.π. έτσι ώστε να αποτραπεί η «ρητορική του μίσους» ή η «εχθροπάθεια». Δηλαδή απαγορεύεται να πεις κάποιον άνθρωπο που ανήκει στη μαύρη φυλή, μαύρο. Θα τον πεις «έγχρωμο» ή «Αφροαμερικανό», αν είναι, αλλά όχι μαύρο. Εννοείται βέβαια πως δε θα τον πεις ποτέ αράπη, νέγρο ή μιγά. Απαγορεύεται να πεις λαθρομετανάστης, θα πεις «παράτυπος μετανάστης». Κι ας λέμε κανονικά λαθρέμπορος, λαθρεπιβάτης, λαθροκυνηγός, λαθροθήρας, λαθρόβιος, λαθραναγνώστης κ.α. Ο «λαθρομετανάστης» είναι η εξαίρεση. Δε θα πεις τον αθίγγανο, γύφτο, αλλά ρομά, γιατί μπορεί να παρεξηγηθεί. Και ας έγραψε ο Παλαμάς τον «Δωδεκάλογο του γύφτου» ή ο Μανώλης Ρασούλης με τον Νίκο Ξυδάκη την «Εκδίκηση της γυφτιάς». Ποιητική αδεία θα σου πουν. Δε θα πεις τον άεργο, τεμπέλη, αλλά «μακροχρόνια άνεργο». Έτσι και ο μισθός πείνας τώρα βαφτίστηκε «υποκατώτατος (!) μισθός», ενώ η περικοπή των συντάξεων μετονομάστηκε σε «αναπλαισίωση» και πάει λέγοντας. Αν μη τι άλλο αυτές οι "επιτροπές σοφών" που τα εισηγούνται όλα αυτά έχουν πολλή φαντασία και ελάχιστη ντροπή, γιατί ασχολούνται μόνο με τους τύπους και χάνουν την ουσία παίζοντας με τις λέξεις και αγνοώντας τα πραγματικά προβλήματα των ανθρώπων.

     Η θεωρία της «πολιτικής ορθότητας», ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ευπρεπίζει και ίσως εξευγενίζει τον λόγο, δεν παύει να είναι ένας νομικός ανορθολογισμός γιατί ποινικοποιεί τις σκέψεις ή τα λόγια των ανθρώπων, το αυτονόητο φυσικό αγαθό και ηθικό τους δικαίωμα έκφρασης γνώμης χωρίς αθέλητους περιορισμούς. Στον νομικό μας πολιτισμό αδίκημα γνώμης δεν υφίσταται -ποινικές είναι οι πράξεις- οπότε και η ελευθερία της έκφρασης δε θα πρέπει ν’ αμφισβητείται από κανέναν. Δεν μπορεί να φοβάσαι να πεις τη γνώμη σου μήπως και παραβείς τον «αντιρατσιστικό νόμο» και βρεθείς ξαφνικά κατηγορούμενος και απολογούμενος στα δικαστήρια. Αυτό λέγεται φίμωση και προληπτική λογοκρισία. Πρόσφατα (2018) πήρε μεγάλη δημοσιότητα η περίπτωση της συγγραφέως Σώτιας Τριανταφύλλου, η οποία δικάστηκε, αλλά αθωώθηκε ευτυχώς, για την «πρόκληση ισλαμοφοβίας» από δημοσιευμένο άρθρο της, μετά από την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, σύμφωνα με τη μηνυτήρια αναφορά που κατατέθηκε εναντίον της. Και στη Γαλλία δικάστηκε δημοσιογράφος γιατί εξέφρασε την άποψη ότι οι περισσότεροι έμποροι ναρκωτικών στη χώρα του είναι μαύροι και Άραβες. Το εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι οι εισηγητές και οι υπέρμαχοι της θεωρίας για την «πολιτική ορθότητα» θεωρούνται και υπέρμαχοι ή ακτιβιστές για τα δικαιώματα του ανθρώπου κι επικαλούνται τους δημοκρατικούς αγώνες τους στο παρελθόν. Ο τέλειος παραλογισμός! Από ιδεολόγος αγωνιστής της δημοκρατίας και του κοινωνικού φιλελευθερισμού, διώκτης του ελεύθερου πνεύματος και λογοκριτής. 

    Το πιο εξωφρενικό όμως -και υποκριτικό ταυτόχρονα- είναι να σε εγκαλούν για παράβαση του νόμου ή και να σε απειλούν με μηνύσεις πολιτικά και άλλα πρόσωπα ή κόμματα και οργανώσεις, δημοσιογράφοι και λοιποί έμμισθοι κήρυκες της «πολιτικής ορθότητας», όταν οι ίδιοι εκφράζονται αγενώς και προκλητικά ή υποκινούν δημόσια και on camera το μίσος και τη βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων τους. Εκτός αν εκφράσεις του τύπου «γερμανοτσολιάδες», «δωσίλογοι», «τσακίστε τους φασίστες», «στα τέσσερα...», «εθνοπροδότες», «συμμορίτες», «βοθροκάναλα» κα. που ακούγαμε και στη βουλή ακόμα, δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του νόμου και δεν προκαλούν το μίσος των άλλων ή τον διχασμό του λαού. Είδαμε και ακούσαμε έκπληκτοι μεγαλόσχημο υπουργό της κυβέρνησης να προτρέπει οπαδούς «να λιντσάρουν δήμαρχο και ότι θα είναι μαζί τους» και έναν άλλο να αρνείται τη γενοκτονία των Ποντίων, την οποία έχει αναγνωρίσει η ελληνική βουλή, μιλώντας απλώς για «εθνοκάθαρση». Τότε γιατί δεν ίσχυσε ο νόμος για την «εχθροπάθεια»; Μήπως η «πολιτική ορθότητα» είναι τελικά για να ελέγχει τους αδύναμους και να παρηγορεί τους αφελείς; Ή να τιθασεύει μόνο τους αντιπάλους; Ή είναι μια «ωραία ιδέα» για να παριστάνουμε τους «προοδευτικούς»; 

    Όταν πρωτοδιάβασα τον όρο «εχθροπάθεια» δυσκολεύτηκα να μπω στο νόημα. Τι είναι αυτό που εκφράζει η «εχθροπάθεια» σκέφτηκα και δεν το εκφράζει το μίσος, η εχθρότητα, η έχθρα ή η μισαλλοδοξία; Άσε και που το επίθημα –πάθεια παραπέμπει σε έναν σωρό αρρώστιες (καρδιοπάθεια, αδενοπάθεια, δισκοπάθεια, ψυχοπάθεια κλπ). Τελικά κατάλαβα ότι είναι η «πολιτική ορθότητα» που μας υποβάλλει τον όρο από σεβασμό στους εχθρούς μας περισσότερο, πραγματικούς ή φανταστικούς και άσχετα με το τι πιστεύουν ή νιώθουν αυτοί για μας. Οπότε απαγορεύεται να πεις τους Τούρκους μπουνταλάδες γιατί μπορεί και να θυμώσουν ή απαγορεύεται να πεις τους Εβραίους Σιωνιστές, γιατί υποκινείς το μίσος εναντίον τους και ίσως τη βία, γι’ αυτό καλύτερα να σωπάσεις. Μην πεις Καλά Χριστούγεννα, γιατί δεν είναι όλοι χριστιανοί, αλλά Καλές γιορτές για να μη θιγεί το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Μην πεις τίποτα για κανέναν μήπως και τον προκαλέσεις ή προκαλέσεις το μίσος των άλλων για αυτούς. Για αυτό και να φοβάσαι, μη μιλάς για να μην έχεις συνέπειες. 

  Η «πολιτική ορθότητα» γίνεται πλέον ενοχλητική και υποκριτική, και όχι μόνο για λόγους αισθητικούς. Γίνεται ενοχλητική όταν ξεφεύγει η ίδια από όρια της λογικής και της ευπρέπειας ή της σοβαρότητας. Γίνεται ενοχλητική όταν άλλοι σου λένε τι θα πεις και τι δεν πρέπει να ξαναπείς. Το είδαμε πρόσφατα κι αυτό, όταν η εισαγγελία του Αρείου Πάγου απέστειλε έκκληση στους εκπαιδευτικούς να μη χρησιμοποιούν τη λέξη «λαθρομετανάστες» αλλά «παράτυπα εισερχόμενα στη χώρα άτομα». Πάλι καλά που δεν ήταν και διαταγή. Και λες, καλά τόση βία υπάρχει γύρω μας, τόσες ληστείες, διαρρήξεις, κλοπές, δολοφονίες, επιθέσεις, τόσα οργανωμένα επεισόδια και έκτροπα, τόση αναρχία και παραλυσία. Γιατί δεν ασχολούνται μ’ αυτά οι εισαγγελείς; Εκεί δεν είναι υποκριτική η «πολιτική ορθότητα»; Άσε που λένε μετά στις ειδήσεις: «ο φερόμενος ως δράστης του στυγερού εγκλήματος ή της ληστείας», ενώ αυτός έχει ήδη ομολογήσει ή συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, για να προστατευτεί κιόλας. Και για να μη μείνει αναπάντητο ο όρος λαθρομετανάστης (από το λάθρα που σημαίνει κρυφά και μετανάστης) είναι κυριολεκτικός στο βαθμό που περιγράφει μια συγκεκριμένη επιλογή - συμπεριφορά ανθρώπων να μην εισέλθουν νόμιμα σε μια χώρα, αλλά κρυφά τη νύχτα ή πληρώνοντας ακόμα και δουλεμπόρους διακινητές της ανθρώπινης δυστυχίας. Ο όρος υπάρχει για να τους διαχωρίζει από τους νόμιμους μετανάστες, τους αιτούντες κανονικά άσυλο, που έχουν ταυτότητα με όνομα, ηλικία, χώρα προέλευσης κλπ. και τυγχάνουν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου με την έκδοση άδειας εισόδου, παραμονής και ασκήσεως εργασίας. Ο διαχωρισμός επομένως περιγράφει τη συμπεριφορά τους (λαθρομετανάστευση και παράνομη διακίνηση) και όχι τα ίδια τα πρόσωπα.     

   Την επιβολή αυτής της «πολιτικής ορθότητας» την ξαναείδαμε και με τον υποτιθέμενο «σεξισμό στη γλώσσα», (όπως έχω ξαναγράψει), αφού θεωρείται ως πειθαρχικό παράπτωμα λέει η «χρήση σεξιστικής γλώσσας» αν δε διαχωρίζεις τα γραμματικά γένη στα δημόσια έγγραφα και έτσι μας υποδεικνύεται αρμοδίως η «νέα γραμματική» και το «νέο συντακτικό» της «πολιτικής ορθότητας» από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας. Δηλαδή από δω και πέρα θα μιλάμε και θα γράφουμε μόνο με ντιρεκτίβες. Ή δε θα μιλάμε και καθόλου για να χουμε και το κεφάλι μας ήσυχο. 

   Αυτή η οριοθέτηση και τακτοποίηση της γλώσσας είναι μια μορφή λογοκρισίας νόμιμη και φανερή. Αν δεν μπορούμε να πούμε τα πράγματα ως έχουν, με το όνομά τους δηλαδή, πόση ελευθερία έχουμε; Δε λέμε να μιλάει άσχημα κάποιος ή να βρίζει. Δε θεωρούμε την αθυροστομία ή την εν γένει αγένεια, που όλοι καταδικάζουμε, ελευθερία έκφρασης. Εκεί εμείς βάζουμε τα όρια μόνοι μας με την αγωγή και την παιδεία που έχουμε και δεν περιμένουμε κανέναν «σοφό» να μας σώσει με τον νόμο και τον φόβο της ποινής. Η «πολιτική ορθότητα» γι’ αυτό επαναφέρει το κράτος του φόβου ή την επιβολή της τάξης, ορίζοντας η ίδια τα όρια και τους όρους ευπρέπειας κανονιστικά, οριζόντια και απρόσωπα δηλαδή μαζικά, σαν ένα είδος «κοινωνικής μηχανικής». Αυτή η «ορθότητα» εξυπηρετεί την «παγκόσμια τάξη» της οικονομίας και της πολιτικής η οποία δε θέλει τους ανθρώπους «αντιδραστικούς», αλλά παθητικούς, ενοχικούς και πρόθυμους να την υπηρετήσουν στη σκιά του φόβου. Έτσι πειθήνιοι, περίφοβοι και αδρανείς δε θα μιλάνε ποτέ και δε θα κάνουν κριτική σε κανέναν, αλλά θα κοιτάνε μόνο τη δουλειά τους για να μην τη χάσουν κι αυτή. 

  Το θεωρητικό υπόβαθρο της «πολιτικής ορθότητας» όμως δεν υπήρχε σε ευνομούμενες δημοκρατίες, όσο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, που ήθελαν να ποδηγετούν τους λαούς τους με την «κομματική ορθότητα» και την πειθαρχία στην επίσημη γραμμή που χάραζε ο ηγέτης ή το κόμμα, για να ελέγχουν τα πάντα, ακόμα και τη σκέψη των ανθρώπων. Αυτό το σκοτεινό σκηνικό δηλαδή που περιγράφει ο Κάφκα στη «Δίκη» του και ο Όργουελ στο προφητικό «1984» που κυριαρχεί ο φόβος. Εκεί όλοι ευθυγραμμίζονται και υπακούν τυφλά στον νόμο, την εξουσία του κόμματος ή του Μεγάλου αδερφού. Αυτό το έργο τό ΄χουμε ξαναδεί. Γιατί να το ξαναζήσουμε; 

   Η «πολιτική ορθότητα» είναι ένας απλός ευφημισμός που δεν μπορεί να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα και τα πρόσωπα ή τις ομάδες που προστατεύει. Με την αοριστία της ή την υπερβολή της σε ορισμένες περιπτώσεις κρύβει την αλήθεια και συσκοτίζει την κρίση δημιουργώντας σύγχυση και περισσότερα προβλήματα ίσως από αυτά που υποτίθεται ότι επιλύει, ιδίως όταν σέρνει άδικα στα δικαστήρια ανθρώπους προπαντός που τολμούν να λένε φανερά ότι διαφωνούν. Σίγουρα προστατεύει ευπαθείς ομάδες και αμβλύνει στερεότυπα και διακρίσεις εις βάρος τους, αλλά μην είμαστε και τόσο βέβαιοι πάντα για τις αγαθές της προθέσεις και για τα «νόμιμα μέσα» που χρησιμοποιεί. Η υπεραπλούστευση και οι γενικεύσεις της είναι το ίδιο επικίνδυνες με τους διάφορους σεξισμούς, ρατσισμούς, φασισμούς που υποτίθεται ότι πολεμάει. Και προπαντός τους φασισμούς.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

84ο κριτήριο: Σεξισμός και διαχείριση της διαφορετικότητας

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
84ο κριτήριο αξιολόγησης                                                                 Παπατσίρος Απόστολος 
                                                                                                                    φιλόλογος 
                                   Σεξισμός και διαχείριση της διαφορετικότητας 

    Πάω πολλά χρόνια πίσω... Ένας συμφοιτητής και καλός φίλος από την παρέα τα «είχε φτιάξει» με μια κοπέλα μικρότερης ηλικίας. Καταπιεσμένοι κι οι δύο από τις συντηρητικές οικογένειές τους, βρήκαν έναν τρόπο να βγάλουν το άχτι τους στον γενικό συντηρητισμό της εποχής: Επέλεγαν τα δημόσια μέσα μεταφοράς ως τον πλέον δόκιμο χώρο για να εκφράσουν το «πάθος τους» με μακρόσυρτα φιλιά και περιπαθείς (στα όρια του επιτρεπτού) περιπτύξεις. 

  Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, όπως ομολογούσε ο φίλος, απολάμβαναν και οι δύο τα ενοχλημένα βλέμματα των υπόλοιπων επιβατών. Θα έλεγε κανείς πως, με τον τρόπο τους, τιμωρούσαν την κοινωνία για την έλλειψη ανοχής απέναντι στη δημόσια έκθεση διαπροσωπικών καταστάσεων που, από τη φύση τους, θα έπρεπε –κατά την κοινωνία πάντα– να εκφράζονται με τη δέουσα ιδιωτικότητα. 

  Σήμερα, τα όρια ανοχής έχουν διευρυνθεί σημαντικά. Τόσο ώστε η απροκάλυπτη εκδήλωση ερωτικών διαθέσεων σε κοινή θέα να μην είναι, πλέον, τρόπος αντίδρασης αλλά αποτέλεσμα ενσυνείδητης παραίτησης από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Μια παραίτηση που γίνεται ελαφρά τη καρδία, βέβαια, με δεδομένη την ευκολία με την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος ακυρώνει το περιβάλλον του στεγανοποιώντας επιλεκτικά τη συνείδησή του... 

   Μια νέα πρόκληση, όμως, έρχεται να θέσει και πάλι σε δοκιμασία την κοινωνική ανεκτικότητα απέναντι στην απο - ιδιωτικοποίηση των ερωτικών σχέσεων. Τούτη τη φορά, μάλιστα, ο πήχης στέκει ψηλότερα, αφού ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας καλείται να συμφιλιωθεί με την εικόνα ανοικτής έκφρασης ερωτικών αισθημάτων ανάμεσα σε ομόφυλα άτομα. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν τον μη - δυνάμενο να συμφιλιωθεί ως απλά συντηρητικό. Πολλοί, εν τούτοις, θα έσπευδαν να του κολλήσουν μια ακόμα χειρότερη ετικέτα: αυτή του «ρατσιστή». Ή, εν προκειμένω, του «σεξιστή». 

  Στη χώρα μας υπάρχουν πλέον νόμοι που προστατεύουν και διασφαλίζουν το δικαίωμα στη διαφορετικότητα. Θα έπρεπε, ίσως, να υπήρχαν και νόμοι που να προστατεύουν το δικαίωμα της ένστασης για τη διαχείριση της διαφορετικότητας από τους ίδιους τους φορείς της! Προϋπόθεση: Ο τρόπος έκφρασης της διαφωνίας να μην προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να μην περιλαμβάνει ή υποκινεί συμπεριφορές που θα μπορούσαν αντικειμενικά να χαρακτηριστούν ως ρατσιστικές [1,2]. 

    Αν το ζητούμενο για την κοινωνία είναι η αποκατάσταση της ισότητας και η δίκαιη κατανομή της ελευθερίας, τότε θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από όλους η αμφίδρομη ισχύς ενός κοινωνικού δικαιώματος. Συγκεκριμένα, αν κάποιος διεκδικεί την απόλυτη ελευθερία στη δημόσια έκθεση προσωπικών του ιδιαιτεροτήτων, τότε και κάποιος άλλος μπορεί εξίσου να αξιώσει την ελευθερία στην έκφραση απαρέσκειας για συμπεριφορές προ των οποίων τίθεται και οι οποίες (για τους όποιους λόγους) τον ενοχλούν. 

   Για παράδειγμα, έχω δικαίωμα να αλλάξω θέση στο λεωφορείο αν πλάι μου τεκταίνεται κάτι που δεν είναι συμβατό με την προσωπική μου αισθητική, χωρίς καν να υποχρεούμαι να υποκριθώ, π.χ., ότι με ενοχλεί ο ήλιος ή ότι πρόκειται να κατέβω στην επόμενη στάση. Το ίδιο σε έναν κινηματογράφο, ακόμα και μέσα στο χώρο του Κοινοβουλίου! Όπως δικαιούμαι, εν γένει, να εκφράζω δημόσια τις αντιρρήσεις μου για μια κοινωνική συμπεριφορά με την οποία δεν συμφωνώ, αρκεί βέβαια να μην παραβιάζω τις αυτονόητες προϋποθέσεις σεβασμού της προσωπικότητας που τέθηκαν πιο πάνω. 

  Η (ρητορική ή έμπρακτη) ένστασή μου αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική, αφού ο ρατσισμός αφορά χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής εκείνου που τα φέρει. Και η δημόσια συμπεριφορά είναι θέμα επιλογής του καθενός μας! 

  Έτσι, όσο ηθικά και νομικά καταδικαστέα είναι η πράξη της εξύβρισης ενός ανθρώπου λόγω των σεξουαλικών του προσανατολισμών, άλλο τόσο καταδικαστέα (θα πρέπει να) είναι η άκριτη επικόλληση υβριστικών ετικετών όπως «ρατσιστής», «σεξιστής» ή «φασίστας» σε όποιον τολμά να εκφράζει με τη δέουσα ευπρέπεια την αντίθεσή του στον τρόπο προβολής των ερωτικών ιδιαιτεροτήτων από τους φορείς τους. 

  Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, τονίζω ότι η επίλυση ενός χρονίζοντος νομικού προβλήματος με άμεσες κοινωνικές συνέπειες είναι κάτι που ασφαλώς οφείλουμε όλοι να χαιρετίσουμε. Οι θριαμβολογίες, όμως, όπως και κάποιες άκομψες προκλήσεις εκ μέρους των δικαιωθέντων, αποδυναμώνουν τις προοπτικές καθολικής αποδοχής των θέσεών τους και, εν τέλει, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ακόμα διχασμού στην κοινωνία. 

   Εκτός, βέβαια, αν η πρόκληση καθαυτή είναι το ζητούμενο, εν είδει τιμωρίας σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχθεί και να ενσωματώσει κάποιες μορφές διαφορετικότητας. Κάτι σαν τα μάλλον συμπλεγματικά κίνητρα της ανώριμης συμπεριφοράς των φίλων των φοιτητικών χρόνων... 
Αναφορές: 
[1] Ρατσισμός: Εννοιολογική προσέγγιση μιας ετικέτας 
                                                   Κώστας Παπαχρήστου (εφημ. Το Βήμα: 31/12/2015) 

Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις περίπου. 
                                                                                                 Μονάδες 25 
Β1. Να βρείτε τα συνώνυμα των λέξεων που σας δίνονται με βάση τη σημασία τους στο κείμενο: Επέλεγαν, δόκιμο, απροκάλυπτη, ακυρώνει, αξιώσει. 
                                                                                                 Μονάδες 5 
Β2. Για κάθε λέξη να βρείτε από ένα αντώνυμο: απολάμβαναν, ελαφρά, περιλαμβάνει, απαρέσκειας, αυτονόητες. 
                                                                                                 Μονάδες 5 
Β3. Ποια είναι η σημασία των διαρθρωτικών λέξεων ή φράσεων της τελευταίας παραγράφου; α. Εκτός, βέβαια, αν… και β. Κάτι σαν… 
                                                                                                 Μονάδες 2 
Β4 α. Ποιος είναι ο τρόπος και το μέσον πειθούς στην 6η παράγραφο (Αν το ζητούμενο… ενοχλούν.); Μονάδες 5 

β. Να βρείτε και να δικαιολογήσετε το είδος της συλλογιστικής πορείας της 7ης παραγράφου (Για παράδειγμα... πιο πάνω.) του κειμένου.
                                                                                                 Μονάδες 4 
Β5. Σε ποιο είδος δημοσιογραφικού λόγου ανήκει το κείμενο; Να γράψετε δυο χαρακτηριστικά του που το επιβεβαιώνουν.
                                                                                                 Μονάδες 4 
Β6. «Και η δημόσια συμπεριφορά είναι θέμα επιλογής του καθενός μας!». Σε μια παράγραφο (80-100 λέξεις περίπου) να εξηγήσετε τον λόγο για τον οποίο πρέπει να συμβαίνει αυτό.
                                                                                                 Μονάδες 10 

Γ΄ Παραγωγή λόγου: «Η ανοχή στη διαφορετικότητα θεωρείται απαραίτητη για την κοινωνική συμβίωση αρκεί όλοι να την κατανοούν ως ανάγκη και να μην απαξιώνουν ή απομονώνουν όσους έχουν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής ή σκέψης απ’ αυτούς. Γιατί ο σεξουαλικός προσανατολισμός των ανθρώπων δεν πρέπει να γίνεται αιτία πρόκλησης στην κοινωνία αλλά ούτε και αιτία κοινωνικής απόρριψης; Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να προστατευθεί η ιδιωτικότητα στη ζωή των ανθρώπων και να εδραιωθεί η ανοχή στη διαφορετικότητα στην κοινωνία; » (άρθρο 500-600 λέξεις περίπου).
                                                                                               Μονάδες 40


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Η αρχή της ανεκτικότητας

 
                                                                                                          Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                                      φιλόλογος
                                          Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 

   Στον σύγχρονο ανοικτό και διεθνοποιημένο ορίζοντα με τις ελεύθερες μετακινήσεις πληθυσμών στις ποικιλόμορφες κοινωνίες της Δύσης, οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με την ανασφάλεια που γεννούν οι ξενοφοβικές τάσεις και η παράλογη βία κατά μεταναστών. Το μόνο παρήγορο σημάδι σ’ αυτή τη δυσμενή κατάσταση είναι η προβολή του αιτήματος της ανεκτικότητας, τόσο από διεθνείς οργανισμούς και ανθρωπιστικές οργανώσεις ανά τον κόσμο, όσο κι από πιο ψύχραιμες φωνές στο εσωτερικό των κοινωνιών αυτών. Ωστόσο αυτή η αρχή της ανεκτικότητας δεν είναι μια καινούργια ιδέα, ούτε προέκυψε έτσι ξαφνικά, τώρα που γίναμε ξενοφοβικοί, ούτε αφορά μόνο διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς, αντίθετα ως αρετή θεωρείται διαχρονική και εκφράζει όλο το φάσμα των ανθρώπινων σχέσεων. 

ΟΡΙΣΜΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ: 

   Ανεκτικότητα σημαίνει αποδοχή της διαφορετικότητας και των δικαιωμάτων του άλλου. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα ανέχομαι κι εκφράζει αυτή ακριβώς τη διάθεση να σεβόμαστε τους άλλους και να μην περιορίζουμε τις δυνατότητες ή τις ελευθερίες, που τους δίνει ο νόμος ή η ίδια η φύση της ζωής. Ως έννοια πηγάζει από το παρελθόν και τις πλούσιες πηγές ανθρωπιστικής σοφίας των λαών της ανατολής, του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, υπάρχει στο κήρυγμα αγάπης του χριστιανισμού  κι εμπνέει όλα τα νεότερα στοχαστικά κοινωνικά κινήματα στο δυτικό κόσμο, όπως ο ουμανισμός της Αναγέννησης, η θρησκευτική Μεταρρύθμιση και ο Διαφωτισμός. 

   Η ανεκτικότητα προς τους διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς υπήρχε σε όλες τις μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες της ιστορίας, από την ανάγκη πολιτικής επιβίωσης και διοίκησης του αχανούς κράτους, αλλά και ειρηνικής συνύπαρξης ανθρώπων διαφορετικών εθνοτήτων. Από την αρχαία περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών, με τις είκοσι σατραπείες, που ήταν αυτόνομες μεν, αλλά φόρου υποτελείς δε στον Μεγάλο Πέρση Βασιλέα, έως και την οθωμανική αυτοκρατορία, όπου συμβίωναν -με διακριτές ελευθερίες- διαφορετικές εθνότητες, όπως Έλληνες, Πόντιοι, Αρμένιοι, Αρβανίτες, Εβραίοι, Σέρβοι, Βλάχοι κ.α κάτω από την εξουσία της υψηλής Πύλης. 

   Τα πράγματα όμως άλλαξαν, όταν μετά τους εθνικούς αγώνες ανεξαρτησίας των περισσότερων λαών κατά τον 18ο-19ο αιώνα δημιουργήθηκαν τα νεότερα κράτη, τα οποία και οριστικοποίησαν τα σύνορά τους τον 20ο αιώνα, μετά τους δύο Παγκοσμίους πολέμους. Παράλληλα όμως με την ¨εθνική ιδέα¨ των λαών σφυρηλατήθηκε και το αίτημα της εθνικής κυριαρχίας, που θα πήγαζε από την εθνική ομοιογένεια ή και τη φυλετική ¨καθαρότητα¨ της σύνθεσης τους, οπότε οι κάθε λογής διαφορετικοί πληθυσμοί τέθηκαν στο περιθώριο και υφίσταντο διακρίσεις ή και συνεχείς διώξεις. Η διάδοση των ρατσιστικών θεωριών κατά τον 19ο αιώνα και η άνοδος του εθνικισμού-φασισμού κατά τον 20ο αιώνα με την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων, επέτειναν το αδιέξοδο στις σχέσεις διαφορετικών λαών, που συμβίωναν στο ίδιο κράτος προκαλώντας άλλοτε διώξεις, όπως πογκρόμ εναντίον Εβραίων και άλλοτε ¨εμφύλιες¨ συγκρούσεις, όπως στην πρώην Γιουγκοσλαβία. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ: 

1) Σε ατομικό επίπεδο ο άνθρωπος αναγνωρίζει την ανάγκη να συνυπάρξει αρμονικά με τους άλλους και αντιμετωπίζει με σύνεση, ηρεμία και ψυχραιμία διάφορα ζητήματα και δυσάρεστες καταστάσεις της καθημερινότητάς του, που διαφορετικά θα του προκαλούσαν ένταση ή θυμό. Αντιλαμβάνεται τις ιδιαίτερες ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων και εκφράζει τη διάθεση κατανόησης αλλά και συνεργασίας μαζί τους, είτε αυτοί είναι οικεία πρόσωπα, είτε άλλοι ένοικοι της πολυκατοικίας, γείτονες, φίλοι, γνωστοί, συνεργάτες στη δουλειά ή και άγνωστοι στο δρόμο. 

2) Σε κοινωνικό επίπεδο αποφεύγονται οι ανώφελες αντιπαραθέσεις, οι λογομαχίες και γενικώς οι προστριβές που δυσκολεύουν τη συμβίωσή μας και διαταράσσουν την κοινωνική γαλήνη. Ο κάθε άνθρωπος, που θέλει να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνική δραστηριότητα και να αναλάβει ρόλο ευθύνης, υιοθετεί ήπια στάση γενικώς και αποδέχεται όχι μόνο τις δικές του υποχρεώσεις, αλλά και τα δικαιώματα των άλλων, αυτά που και ο ίδιος αξιώνει για τον εαυτό του. Έτσι σέβεται το δικαίωμα του άλλου να έχει διαφορετικό τρόπο σκέψης, διαφορετική πολιτική ή άλλη ιδεολογία και ηθική άποψη για τη ζωή χωρίς να ενοχλείται γι αυτό και να τον αποστρέφεται ή να αντιδρά βίαια εις βάρος του. 

3) Η ανεκτικότητα έναντι των ξένων ή όσων έχουν εντελώς διαφορετικά ήθη και αντιλήψεις λόγω κουλτούρας ή προσωπικής επιλογής, συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην καταπολέμηση της ξενοφοβίας, την απαξίωση οποιασδήποτε ρατσιστικής ιδεολογίας με φυλετικό ή κοινωνικό στίγμα και την καταδίκη κάθε βίαιης συμπεριφοράς εναντίον τους. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: 

   Η οικογένεια είναι ένα καθημερινό πεδίο δράσης για μικρούς και μεγάλους, που δοκιμάζει τη διάθεση και την ικανότητα μας να ανταποκριθούμε σε διαφορετικούς ρόλους, ξεχωριστές ανάγκες και απαιτήσεις, που γίνονται έτσι υποχρεώσεις. Για να συμβιώνουν αρμονικά οι δύο σύζυγοι, πέρα από τις αυτονόητες ελευθερίες και την αγάπη -που είναι και το ιδανικό- πρέπει να υπάρχουν και ηθικές αρχές όπως η ανεκτικότητα, η αλληλοκατανόηση, ο αμοιβαίος σεβασμός, η υπομονή, η ήρεμη και καλή διάθεση, ώστε να μην υπάρχουν και ¨τριβές¨ στη σχέση τους από τη συνύπαρξη αυτή στον ίδιο χώρο. Η αρμονική σχέση των δύο συζύγων καθιστά τη συμβίωση τους πρότυπο σχέσης για τα παιδιά, τα οποία επίσης κατανοούν την ανάγκη να μιμηθούν τους γονείς τους, ώστε να νιώθουν εκτός από αγάπη, την ίδια θαλπωρή στο σπίτι και να συμπεριφέρονται με τις ίδιες αρχές αμοιβαίου σεβασμού και ανοχής μεταξύ τους. Η ανεκτικότητα από τους μεγαλύτερους είναι απαραίτητη εξάλλου σε κάθε ξέσπασμα θυμού ή σε κάθε διαταραχή της οικογενειακής γαλήνης από τα πολλά προβλήματα εφηβείας ή τις δυσκολίες της ενήλικης ζωής μας, προκειμένου να επανέλθει η ηρεμία. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: 

   Το πνεύμα ανεκτικότητας στο σχολείο είναι μια γνήσια δημοκρατική αρχή, που επιβάλλεται να υπάρχει στην τάξη γιατί ενθαρρύνει την ελευθερία λόγου, επιτρέπει τη διαφορετική άποψη και τη διαφωνία στον διάλογο και καλλιεργεί την κριτική στάση γενικά, χωρίς τον φόβο σχολιασμού ή προκατάληψης από τους άλλους μαθητές και αποδοκιμασίας από τον δάσκαλο. Η ανεκτικότητα είναι ¨εκ των ων ουκ άνευ¨ συνθήκη στη διαδικασία αγωγής και μάθησης, γιατί τα περισσότερα σχολεία σήμερα έχουν μια διαπολιτισμική διάσταση, οπότε θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από όλους μας, γονείς, μαθητές κι εκπαιδευτικούς, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα για να περιοριστούν τα κρούσματα ρατσιστικής βίας και οι απειλές κατά μαθητών (bullying). Έτσι διασφαλίζονται στην πράξη οι ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στη βασική εκπαίδευση, το δικαίωμα γνώσης, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών και η ισότιμη μεταχείριση από την πολιτεία. 

   Ο δάσκαλος πρέπει να είναι ανεκτικός στη διατύπωση διαφορετικών απόψεων από τους μαθητές του, να ενθαρρύνει τον ελεύθερο διάλογο και να δέχεται τον εναλλακτικό τόπο σκέψης ή γλωσσικής έκφρασης, που αυτοί χρησιμοποιούν, ακόμα κι αν διαφωνεί. Έτσι με το παράδειγμά του θα τους εμπνεύσει τον σεβασμό στις αρχές του διαλόγου και της δημοκρατίας, θα τους πείσει να είναι διαλεκτικοί και όχι φλύαροι στη ζωή τους, διαλλακτικοί και όχι εμπαθείς, να αναζητούν την αλήθεια και τη γνώση χωρίς περιορισμούς ή αποκλεισμούς των άλλων, ώστε να γίνουν και μελλοντικά, ενεργοί πολίτες με κριτική σκέψη, άποψη και συναίσθηση κοινωνικής ευθύνης. 

   Η ανεκτικότητα στην εκπαίδευση επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία ιδεών, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη της πειθαρχίας ή της τάξης στο μάθημα. Ανεκτικότητα δε σημαίνει ότι επιτρέπεται η ασέβεια ή ότι συγχωρείται η παρεκτροπή. Είναι δυνατότητα και όχι αδυναμία του δημοκρατικού σχολείου ή του δημοκρατικού δασκάλου. Σε κάθε περίπτωση κατάχρησης και απαξίωσης του δικαιώματος αυτού, θα πρέπει να επιβάλλεται η τάξη με τον κατάλληλο παιδαγωγικά τρόπο. Η ανεκτικότητα των δασκάλων και καθηγητών δε θα πρέπει να καταντάει ατιμωρησία. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: 

  Η ανεκτικότητα στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών και ιδεολογιών, στην ελευθερία λόγου και την επιλεκτική άσκηση νομίμων δικαιωμάτων από πρόσωπα, κόμματα ή οργανώσεις, είναι βασική προϋπόθεση για την εδραίωση και καλή λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας, ειδάλλως μιλάμε για αυταρχική νοοτροπία και συμπεριφορά. Οι αρχές της ανεκτικότητας είναι όλη η ουσία και η φιλοσοφία που ξεχωρίζουν τη δημοκρατία ως το δικαιότερο πολίτευμα και υπέρτερο τρόπο ζωής. 

  Η δημοκρατία είναι το πιο ανεκτικό, το πιο παραχωρητικό και φιλελεύθερο πολίτευμα, αυτό που επιτρέπει σε όλα τα κόμματα, που αποδέχονται τη συνταγματική νομιμότητα, να εκφράζουν εντελώς διαφορετικές ιδεολογίες ή απόψεις, να κατέρχονται στις εκλογές, να διαδηλώνουν, να διεκδικούν κοινωνικά αιτήματα και να μετέχουν στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Η δημοκρατία είναι επίσης ανεκτική και απέναντι στις διάφορες κοινωνικές ή πολιτικές οργανώσεις, που έχουν καταστατικές αρχές λειτουργίας και φανερές προθέσεις, εάν κινούνται στο πλαίσιο συνταγματικής νομιμότητας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δείχνει μεγαθυμία ακόμα και στους εχθρούς της. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: 

1) Όταν οι άνθρωποι κατανοούν την αναγκαιότητα της ανεκτικότητας στις μεταξύ τους σχέσεις, υιοθετούν ανάλογη κοσμοαντίληψη και για τις ευρύτερες διακρατικές ή διεθνείς σχέσεις και κατά συνέπεια και οι λαοί διαπνέονται από το πνεύμα ειρήνης, φιλίας και συνεργασίας με τα άλλα έθνη. Έτσι αποφεύγονται οι ρήξεις των σχέσεών και τα διπλωματικά αδιέξοδα μεταξύ των κρατών, που κάνουν την ειρήνη επισφαλή στις μέρες μας. Επιπλέον αποτρέπονται οι επικίνδυνες εντάσεις στο εσωτερικό των κοινωνιών με διάφορες εθνικές μειονότητες, που θα μπορούσαν να εμπλέξουν τη χώρα σε έναν κύκλο βίας και αίματος με απρόβλεπτες εξελίξεις -ακόμα και με διάσπαση- αφού θα έχει ήδη διασαλευτεί η έννομη τάξη και η ασφάλεια. 

2) Η ανεκτικότητα απέναντι σε διαφορετικούς λαούς επιβάλλεται σε πολλά κράτη, που από παλιά έχουν πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, που συνυπάρχουν δηλαδή λαοί, φυλές και κοινωνικές ομάδες -ακόμα και σε γκέτο- με εντελώς διαφορετική εθνική ταυτότητα, καταγωγή, θρησκεία, γλώσσα και παράδοση. Τα παραδείγματα αφθονούν συνθέτοντας σε πολλά σημεία του πλανήτη ένα εκρηκτικό μείγμα εθνικών αντιθέσεων ή φυλετικών διεκδικήσεων, που συχνά οδηγεί σε αιματοχυσία. Η Αίγυπτος στη μετά Μουμπάρακ εποχή, διχάζεται ανάμεσα σε διαφορετικές φυλές και θρησκείες και συγκλονίζεται από φαινόμενα ακραίας βίας, ανάλογα μ’ αυτά που συμβαίνουν στη Συρία, το Πακιστάν, την Ινδία ή συνέβησαν στο παρελθόν στη Σρι Λάνκα, την Καμπότζη κι άλλα κράτη της Ανατολής. Στον αντίποδα όλων αυτών, παράδειγμα ανεκτικότητας, αρμονικής συνύπαρξης και αγαστής συνεργασίας ανθρώπων με διαφορετική εθνική προέλευση, είναι σήμερα οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όπως συμβαίνει χαρακτηριστικά στο Βέλγιο, που κατοικείται παραδοσιακά από Βαλλόνους και Φλαμανδούς. Επομένως αν αναζητούμε ένα ισχυρό αντίδοτο για την καταπολέμηση της απειλής του ρατσισμού, του φασισμού, του εθνικισμού αλλά και της ανθρωπιστικής κρίσης των ημερών μας, αυτό είναι η ανεκτικότητα απέναντι σε διαφορετικούς από μας, ανθρώπους και λαούς. 

3) Η ανεκτικότητα στον ελεύθερο προσδιορισμό του τρόπου ζωής ανθρώπων και κοινωνιών, που πηγάζει κυρίως από τη θρησκεία και την εθνική τους παράδοση, είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη και τη διατήρηση καλών σχέσεων μεταξύ των λαών και την αποφυγή τρομοκρατικών αντιποίνων. Γι’ αυτό οι πιο αναπτυγμένες, φιλελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες του δυτικού κόσμου και πολιτισμού, δεν μπορούν παρά να αποδέχονται το δικαίωμα των μουσουλμάνων να ζουν όπως αυτοί επιθυμούν στις κοινωνίες τους. Κάθε δυτική παρέμβαση ¨διαφώτισης ή εξορθολογισμού¨ στο εσωτερικό τους θα ήταν ανεπιθύμητη και ¨αιτία ιερού πολέμου¨ (τζιχάντ) για αυτούς, όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν με τους φανατικούς Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, που προκάλεσαν και τα ολέθρια τρομοκρατικά χτυπήματα της ¨Αλ Κάιντα¨ στους Δίδυμους Πύργους. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: 

   Η αρετή της ανεκτικότητας δεν αφορά αδύναμους χαρακτήρες. Είναι δύναμη κι όχι αδυναμία να κατανοείς την ανάγκη και το δικαίωμα του άλλου να εκφράζεται και να ζει ελεύθερα. Είναι δύναμη κι όχι αδυναμία να ελέγχεις τον εαυτό σου, να συγκρατείς τα λόγια και τα νεύρα σου, να κάνεις υπομονή, να δίνεις τόπο στην οργή, να λες ¨δεν πειράζει¨ και να ζητάς συγνώμη, να μη ζητάς ολοένα εξηγήσεις, ακόμη κι ας ξέρεις ότι έχεις δίκιο. Η ανεκτικότητα είναι μια φυσική ευγένεια, που δεν κατανοούν όσοι δεν έχουν. Όσοι όμως μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου, να τον κατανοήσουν, έστω και για λίγο, κι ας μη μπορούν να τον δικαιολογήσουν, καταλαβαίνουν και την ανάγκη να είναι ανεκτικοί. 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: 

1) ¨Θυμού κράτει¨. Χίλων ο Λακεδαιμόνιος 

2) ¨Audiatur et altera pars¨: Ας ακουστεί και η άλλη πλευρά (Λατινικό ρητό). 

3) ¨…έχουμε χρέος να παραβλέπουμε ο ένας τα λάθη του άλλου· το μεγαλύτερο κακό της ανθρωπότητας είναι η διχόνοια, κι ένα μόνο βάλσαμο υπάρχει: η αμοιβαία ανοχή¨. Βολταίρος 

4) «...κάθε ξένος, τον οποίον η διοίκησις στοχάζεται πως είναι άξιος κάτοικος της πατρίδος, ήγουν καθώς ένας καλός τεχνίτης…ένας άξιος πατριώτης είναι δεκτός εις την πατρίδαν και μπορεί να μετέρχεται ισοτίμως τα δίκαια οπού και όλοι οι συμπολίται». (¨Νέα Πολιτική Διοίκησις¨ Ρήγας).