Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Η στρέβλωση της πολιτικής ορθότητας


Η στρέβλωση της πολιτικής ορθότητας                                Παπατσίρος Απόστολος 
                                                                                                              φιλόλογος

    Ο όρος πολιτική ορθότητα (politically correct) είναι μια πολιτική αντίληψη και ιδεολογία για τον έλεγχο της δημόσιας έκφρασης των ανθρώπων δια νόμου και την υποχρεωτική συμμόρφωσή τους σε κανόνες δεοντολογίας και κυρίως ορολογίας που θεωρούνται «πολιτικά ορθοί». Αφορά ένα σύνολο λέξεων που μπορεί να θεωρηθούν προκλητικές ίσως και προσβλητικές για κάποιους ή απλά προβληματικές και ανεπιθύμητες από κάποιους άλλους για τους δικούς τους λόγους, οπότε προτείνεται η αντικατάστασή τους από άλλες πιο ήπιες, ουδέτερες και αποδεκτές. Η αντικατάστασή τους αυτή δε θα πρέπει να γίνεται όμως απ’ τον καθένα προαιρετικά, αλλά υποχρεωτικά απ’ όλους και «επί ποινή» αν κάποιος «δε συμμορφωθεί προς τας υποδείξεις». 

   Το απαύγασμα αυτής της «πολιτικής ορθότητας» είναι ο δικός μας αντιρατσιστικός νόμος που προβλέπει ποινές για όποιον προκαλεί το μίσος ή ενδεχομένως υποκινεί τη ρατσιστική βία με τις απόψεις του, αρνείται γενοκτονίες, ολοκαυτώματα, εγκλήματα κ.α ή διατυπώνει απαξιωτικές κρίσεις για ανθρώπους με διαφορετική θρησκεία, φυλετική ή εθνική καταγωγή, κοινωνική προέλευση, σεξουαλική ταυτότητα κ.λ.π. έτσι ώστε να αποτραπεί η «ρητορική του μίσους» ή η «εχθροπάθεια». Δηλαδή απαγορεύεται να πεις κάποιον άνθρωπο που ανήκει στη μαύρη φυλή, μαύρο. Θα τον πεις «έγχρωμο» ή «Αφροαμερικανό», αν είναι, αλλά όχι μαύρο. Εννοείται βέβαια πως δε θα τον πεις ποτέ αράπη, νέγρο ή μιγά. Απαγορεύεται να πεις λαθρομετανάστης, θα πεις «παράτυπος μετανάστης». Κι ας λέμε κανονικά λαθρέμπορος, λαθρεπιβάτης, λαθροκυνηγός, λαθροθήρας, λαθρόβιος, λαθραναγνώστης κ.α. Ο «λαθρομετανάστης» είναι η εξαίρεση. Δε θα πεις τον αθίγγανο, γύφτο, αλλά ρομά, γιατί μπορεί να παρεξηγηθεί. Και ας έγραψε ο Παλαμάς τον «Δωδεκάλογο του γύφτου» ή ο Μανώλης Ρασούλης με τον Νίκο Ξυδάκη την «Εκδίκηση της γυφτιάς». Ποιητική αδεία θα σου πουν. Δε θα πεις τον άεργο, τεμπέλη αλλά «μακροχρόνια άνεργο». Έτσι και ο μισθός πείνας τώρα βαφτίστηκε «υποκατώτατος (!) μισθός», ενώ η περικοπή των συντάξεων μετονομάστηκε σε «αναπλαισίωση» και πάει λέγοντας. Αν μη τι άλλο αυτές οι επιτροπές σοφών που τα εισηγούνται αυτά έχουν πολλή φαντασία και ελάχιστη ντροπή, γιατί ασχολούνται με τους τύπους και χάνουν την ουσία αγνοώντας τα πραγματικά προβλήματα των ανθρώπων και παίζοντας με τις λέξεις.

     Η θεωρία της «πολιτικής ορθότητας», ακόμα και αν θεωρηθεί ότι ευπρεπίζει και ίσως εξευγενίζει τον λόγο, δεν παύει να είναι ένας νομικός ανορθολογισμός γιατί ποινικοποιεί τις σκέψεις ή τα λόγια των ανθρώπων, το αυτονόητο φυσικό αγαθό και ηθικό τους δικαίωμα έκφρασης γνώμης χωρίς αθέλητους περιορισμούς. Στον νομικό μας πολιτισμό αδίκημα γνώμης δεν υφίσταται -ποινικές είναι οι πράξεις- οπότε και η ελευθερία της έκφρασης δε θα πρέπει ν’ αμφισβητείται από κανέναν. Δεν μπορεί να φοβάσαι να πεις τη γνώμη σου μήπως και παραβείς τον «αντιρατσιστικό νόμο» και βρεθείς ξαφνικά κατηγορούμενος και απολογούμενος στα δικαστήρια. Αυτό λέγεται φίμωση και προληπτική λογοκρισία. Πρόσφατα (2018) πήρε μεγάλη δημοσιότητα η περίπτωση της συγγραφέως Σώτιας Τριανταφύλλου, η οποία δικάστηκε, αλλά αθωώθηκε ευτυχώς, για την «πρόκληση ισλαμοφοβίας» από δημοσιευμένο άρθρο της, μετά από την τρομοκρατική επίθεση στο Μπατακλάν, σύμφωνα με τη μηνυτήρια αναφορά που κατατέθηκε εναντίον της. Και στη Γαλλία δικάστηκε δημοσιογράφος γιατί εξέφρασε την άποψη ότι οι περισσότεροι έμποροι ναρκωτικών στη χώρα του είναι μαύροι και Άραβες. Το εξωφρενικό της υπόθεσης είναι ότι οι εισηγητές και οι υπέρμαχοι της θεωρίας για την «πολιτική ορθότητα» θεωρούνται και υπέρμαχοι ή ακτιβιστές για τα δικαιώματα του ανθρώπου κι επικαλούνται τους δημοκρατικούς αγώνες τους στο παρελθόν. Ο τέλειος παραλογισμός! Από ιδεολόγος αγωνιστής της δημοκρατίας και του κοινωνικού φιλελευθερισμού, διώκτης του ελεύθερου πνεύματος και λογοκριτής. 

    Το πιο εξωφρενικό όμως -και υποκριτικό ταυτόχρονα- είναι να σε εγκαλούν για παράβαση του νόμου ή και να σε απειλούν με μηνύσεις πολιτικά και άλλα πρόσωπα ή κόμματα και οργανώσεις, δημοσιογράφοι και λοιποί έμμισθοι κήρυκες της «πολιτικής ορθότητας», όταν οι ίδιοι εκφράζονται αγενώς και προκλητικά ή υποκινούν δημόσια και on camera το μίσος και τη βία εναντίον των πολιτικών αντιπάλων τους. Εκτός αν εκφράσεις του τύπου «γερμανοτσολιάδες», «δωσίλογοι», «τσακίστε τους φασίστες», «στα τέσσερα...», «εθνοπροδότες», «συμμορίτες», «βοθροκάναλα» κα. που ακούγαμε και στη βουλή ακόμα, δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του νόμου και δεν προκαλούν το μίσος των άλλων ή τον διχασμό του λαού. Είδαμε και ακούσαμε έκπληκτοι μεγαλόσχημο υπουργό της κυβέρνησης να προτρέπει οπαδούς «να λιντσάρουν δήμαρχο και ότι θα είναι μαζί τους» και έναν άλλο να αρνείται τη γενοκτονία των Ποντίων, την οποία έχει αναγνωρίσει η ελληνική βουλή, μιλώντας απλώς για «εθνοκάθαρση». Τότε γιατί δεν ίσχυσε ο νόμος για την «εχθροπάθεια»; Μήπως η «πολιτική ορθότητα» είναι τελικά για να ελέγχει τους αδύναμους και να παρηγορεί τους αφελείς; Ή να τιθασεύει μόνο τους αντιπάλους; Ή είναι μια «ωραία ιδέα» για να παριστάνουμε τους «προοδευτικούς»; 

    Όταν πρωτοδιάβασα τον όρο «εχθροπάθεια» δυσκολεύτηκα να μπω στο νόημα. Τι είναι αυτό που εκφράζει η «εχθροπάθεια» σκέφτηκα και δεν το εκφράζει το μίσος, η εχθρότητα, η έχθρα ή η μισαλλοδοξία; Άσε και που το επίθημα –πάθεια παραπέμπει σε έναν σωρό αρρώστιες (καρδιοπάθεια, αδενοπάθεια, δισκοπάθεια, ψυχοπάθεια κλπ). Τελικά κατάλαβα ότι είναι η «πολιτική ορθότητα» που μας υποβάλλει τον όρο από σεβασμό στους εχθρούς μας περισσότερο, πραγματικούς ή φανταστικούς και άσχετα με το τι πιστεύουν ή νιώθουν αυτοί για μας. Οπότε απαγορεύεται να πεις τους Τούρκους μπουνταλάδες γιατί μπορεί και να θυμώσουν ή απαγορεύεται να πεις τους Εβραίους Σιωνιστές, γιατί υποκινείς το μίσος εναντίον τους και ίσως τη βία, γι’ αυτό καλύτερα να σωπάσεις. Μην πεις Καλά Χριστούγεννα, γιατί δεν είναι όλοι χριστιανοί, αλλά Καλές γιορτές για να μη θιγεί το θρησκευτικό τους συναίσθημα. Μην πεις τίποτα για κανέναν μήπως και τον προκαλέσεις ή προκαλέσεις το μίσος των άλλων για αυτούς. Για αυτό και να φοβάσαι, μη μιλάς για να μην έχεις συνέπειες. 

  Η «πολιτική ορθότητα» γίνεται πλέον ενοχλητική και υποκριτική, και όχι μόνο για λόγους αισθητικούς. Γίνεται ενοχλητική όταν ξεφεύγει η ίδια από όρια της λογικής και της ευπρέπειας ή της σοβαρότητας. Γίνεται ενοχλητική όταν άλλοι σου λένε τι θα πεις και τι δεν πρέπει να ξαναπείς. Το είδαμε πρόσφατα κι αυτό, όταν η εισαγγελία του Αρείου Πάγου απέστειλε έκκληση στους εκπαιδευτικούς να μη χρησιμοποιούν τη λέξη «λαθρομετανάστες» αλλά «παράτυπα εισερχόμενα στη χώρα άτομα». Πάλι καλά που δεν ήταν και διαταγή. Και λες, καλά τόση βία υπάρχει γύρω μας, τόσες ληστείες, διαρρήξεις, κλοπές, δολοφονίες, επιθέσεις, τόσα οργανωμένα επεισόδια και έκτροπα, τόση αναρχία και παραλυσία. Γιατί δεν ασχολούνται μ’ αυτά οι εισαγγελείς; Εκεί δεν είναι υποκριτική η «πολιτική ορθότητα»; Άσε που λένε μετά στις ειδήσεις: «ο φερόμενος ως δράστης του στυγερού εγκλήματος ή της ληστείας», ενώ αυτός έχει ήδη ομολογήσει ή συλληφθεί επ’ αυτοφώρω, για να προστατευτεί κιόλας. Και για να μη μείνει αναπάντητο ο όρος λαθρομετανάστης (από το λάθρα που σημαίνει κρυφά και μετανάστης) είναι κυριολεκτικός στο βαθμό που περιγράφει μια συγκεκριμένη επιλογή - συμπεριφορά ανθρώπων να μην εισέλθουν νόμιμα σε μια χώρα, αλλά κρυφά τη νύχτα ή πληρώνοντας ακόμα και δουλεμπόρους διακινητές της ανθρώπινης δυστυχίας. Ο όρος υπάρχει για να τους διαχωρίζει από τους νόμιμους μετανάστες, τους αιτούντες κανονικά άσυλο, που έχουν ταυτότητα με όνομα, ηλικία, χώρα προέλευσης κλπ. και τυγχάνουν των ευεργετικών διατάξεων του νόμου με την έκδοση άδειας εισόδου, παραμονής και ασκήσεως εργασίας. Ο διαχωρισμός επομένως περιγράφει τη συμπεριφορά τους (λαθρομετανάστευση και παράνομη διακίνηση) και όχι τα ίδια τα πρόσωπα.     

   Την επιβολή αυτής της «πολιτικής ορθότητας» την ξαναείδαμε και με τον υποτιθέμενο «σεξισμό στη γλώσσα», (όπως έχω ξαναγράψει), αφού θεωρείται ως πειθαρχικό παράπτωμα λέει η «χρήση σεξιστικής γλώσσας» αν δε διαχωρίζεις τα γραμματικά γένη στα δημόσια έγγραφα και έτσι μας υποδεικνύεται αρμοδίως η «νέα γραμματική» και το «νέο συντακτικό» της «πολιτικής ορθότητας» από τη Γενική Γραμματεία Ισότητας. Δηλαδή από δω και πέρα θα μιλάμε και θα γράφουμε μόνο με ντιρεκτίβες. Ή δε θα μιλάμε και καθόλου για να χουμε και το κεφάλι μας ήσυχο. 

   Αυτή η οριοθέτηση και τακτοποίηση της γλώσσας είναι μια μορφή λογοκρισίας νόμιμη και φανερή. Αν δεν μπορούμε να πούμε τα πράγματα ως έχουν, με το όνομά τους δηλαδή, πόση ελευθερία έχουμε; Δε λέμε να μιλάει άσχημα κάποιος ή να βρίζει. Δε θεωρούμε την αθυροστομία ή την εν γένει αγένεια, που όλοι καταδικάζουμε, ελευθερία έκφρασης. Εκεί εμείς βάζουμε τα όρια μόνοι μας με την αγωγή και την παιδεία που έχουμε και δεν περιμένουμε κανέναν «σοφό» να μας σώσει με τον νόμο και τον φόβο της ποινής. Η «πολιτική ορθότητα» γι’ αυτό επαναφέρει το κράτος του φόβου ή την επιβολή της τάξης, ορίζοντας η ίδια τα όρια και τους όρους ευπρέπειας κανονιστικά, οριζόντια και απρόσωπα δηλαδή μαζικά, σαν ένα είδος «κοινωνικής μηχανικής». Αυτή η «ορθότητα» εξυπηρετεί την «παγκόσμια τάξη» της οικονομίας και της πολιτικής η οποία δε θέλει τους ανθρώπους «αντιδραστικούς», αλλά παθητικούς, ενοχικούς και πρόθυμους να την υπηρετήσουν στη σκιά του φόβου. Έτσι πειθήνιοι, περίφοβοι και αδρανείς δε θα μιλάνε ποτέ και δε θα κάνουν κριτική σε κανέναν, αλλά θα κοιτάνε μόνο τη δουλειά τους για να μην τη χάσουν κι αυτή. 

  Το θεωρητικό υπόβαθρο της «πολιτικής ορθότητας» όμως δεν υπήρχε σε ευνομούμενες δημοκρατίες, όσο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, που ήθελαν να ποδηγετούν τους λαούς τους με την «κομματική ορθότητα» και την πειθαρχία στην επίσημη γραμμή που χάραζε ο ηγέτης ή το κόμμα, για να ελέγχουν τα πάντα, ακόμα και τη σκέψη των ανθρώπων. Αυτό το σκοτεινό σκηνικό δηλαδή που περιγράφει ο Κάφκα στη «Δίκη» του και ο Όργουελ στο προφητικό «1984» που κυριαρχεί ο φόβος. Εκεί όλοι ευθυγραμμίζονται και υπακούν τυφλά στον νόμο, την εξουσία του κόμματος ή του Μεγάλου αδερφού. Αυτό το έργο τό ΄χουμε ξαναδεί. Γιατί να το ξαναζήσουμε; 

   Η «πολιτική ορθότητα» είναι ένας απλός ευφημισμός που δεν μπορεί να αλλάξει την ίδια την πραγματικότητα και τα πρόσωπα ή τις ομάδες που προστατεύει. Με την αοριστία της ή την υπερβολή της σε ορισμένες περιπτώσεις κρύβει την αλήθεια και συσκοτίζει την κρίση δημιουργώντας σύγχυση και περισσότερα προβλήματα ίσως από αυτά που υποτίθεται ότι επιλύει, ιδίως όταν σέρνει άδικα στα δικαστήρια ανθρώπους προπαντός που τολμούν να λένε φανερά ότι διαφωνούν. Σίγουρα προστατεύει ευπαθείς ομάδες και αμβλύνει στερεότυπα και διακρίσεις εις βάρος τους, αλλά μην είμαστε και τόσο βέβαιοι πάντα για τις αγαθές της προθέσεις και για τα «νόμιμα μέσα» που χρησιμοποιεί. Η υπεραπλούστευση και οι γενικεύσεις της είναι το ίδιο επικίνδυνες με τους διάφορους σεξισμούς, ρατσισμούς, φασισμούς που υποτίθεται ότι πολεμάει. Και προπαντός τους φασισμούς.

Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

84ο κριτήριο: Σεξισμός και διαχείριση της διαφορετικότητας

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ
84ο κριτήριο αξιολόγησης                                                                 Παπατσίρος Απόστολος 
                                                                                                                    φιλόλογος 
                                   Σεξισμός και διαχείριση της διαφορετικότητας 

    Πάω πολλά χρόνια πίσω... Ένας συμφοιτητής και καλός φίλος από την παρέα τα «είχε φτιάξει» με μια κοπέλα μικρότερης ηλικίας. Καταπιεσμένοι κι οι δύο από τις συντηρητικές οικογένειές τους, βρήκαν έναν τρόπο να βγάλουν το άχτι τους στον γενικό συντηρητισμό της εποχής: Επέλεγαν τα δημόσια μέσα μεταφοράς ως τον πλέον δόκιμο χώρο για να εκφράσουν το «πάθος τους» με μακρόσυρτα φιλιά και περιπαθείς (στα όρια του επιτρεπτού) περιπτύξεις. 

  Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι, όπως ομολογούσε ο φίλος, απολάμβαναν και οι δύο τα ενοχλημένα βλέμματα των υπόλοιπων επιβατών. Θα έλεγε κανείς πως, με τον τρόπο τους, τιμωρούσαν την κοινωνία για την έλλειψη ανοχής απέναντι στη δημόσια έκθεση διαπροσωπικών καταστάσεων που, από τη φύση τους, θα έπρεπε –κατά την κοινωνία πάντα– να εκφράζονται με τη δέουσα ιδιωτικότητα. 

  Σήμερα, τα όρια ανοχής έχουν διευρυνθεί σημαντικά. Τόσο ώστε η απροκάλυπτη εκδήλωση ερωτικών διαθέσεων σε κοινή θέα να μην είναι, πλέον, τρόπος αντίδρασης αλλά αποτέλεσμα ενσυνείδητης παραίτησης από το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα. Μια παραίτηση που γίνεται ελαφρά τη καρδία, βέβαια, με δεδομένη την ευκολία με την οποία ο σύγχρονος άνθρωπος ακυρώνει το περιβάλλον του στεγανοποιώντας επιλεκτικά τη συνείδησή του... 

   Μια νέα πρόκληση, όμως, έρχεται να θέσει και πάλι σε δοκιμασία την κοινωνική ανεκτικότητα απέναντι στην απο - ιδιωτικοποίηση των ερωτικών σχέσεων. Τούτη τη φορά, μάλιστα, ο πήχης στέκει ψηλότερα, αφού ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας καλείται να συμφιλιωθεί με την εικόνα ανοικτής έκφρασης ερωτικών αισθημάτων ανάμεσα σε ομόφυλα άτομα. Κάποιοι θα χαρακτήριζαν τον μη - δυνάμενο να συμφιλιωθεί ως απλά συντηρητικό. Πολλοί, εν τούτοις, θα έσπευδαν να του κολλήσουν μια ακόμα χειρότερη ετικέτα: αυτή του «ρατσιστή». Ή, εν προκειμένω, του «σεξιστή». 

  Στη χώρα μας υπάρχουν πλέον νόμοι που προστατεύουν και διασφαλίζουν το δικαίωμα στη διαφορετικότητα. Θα έπρεπε, ίσως, να υπήρχαν και νόμοι που να προστατεύουν το δικαίωμα της ένστασης για τη διαχείριση της διαφορετικότητας από τους ίδιους τους φορείς της! Προϋπόθεση: Ο τρόπος έκφρασης της διαφωνίας να μην προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και να μην περιλαμβάνει ή υποκινεί συμπεριφορές που θα μπορούσαν αντικειμενικά να χαρακτηριστούν ως ρατσιστικές [1,2]. 

    Αν το ζητούμενο για την κοινωνία είναι η αποκατάσταση της ισότητας και η δίκαιη κατανομή της ελευθερίας, τότε θα πρέπει να γίνει αποδεκτή από όλους η αμφίδρομη ισχύς ενός κοινωνικού δικαιώματος. Συγκεκριμένα, αν κάποιος διεκδικεί την απόλυτη ελευθερία στη δημόσια έκθεση προσωπικών του ιδιαιτεροτήτων, τότε και κάποιος άλλος μπορεί εξίσου να αξιώσει την ελευθερία στην έκφραση απαρέσκειας για συμπεριφορές προ των οποίων τίθεται και οι οποίες (για τους όποιους λόγους) τον ενοχλούν. 

   Για παράδειγμα, έχω δικαίωμα να αλλάξω θέση στο λεωφορείο αν πλάι μου τεκταίνεται κάτι που δεν είναι συμβατό με την προσωπική μου αισθητική, χωρίς καν να υποχρεούμαι να υποκριθώ, π.χ., ότι με ενοχλεί ο ήλιος ή ότι πρόκειται να κατέβω στην επόμενη στάση. Το ίδιο σε έναν κινηματογράφο, ακόμα και μέσα στο χώρο του Κοινοβουλίου! Όπως δικαιούμαι, εν γένει, να εκφράζω δημόσια τις αντιρρήσεις μου για μια κοινωνική συμπεριφορά με την οποία δεν συμφωνώ, αρκεί βέβαια να μην παραβιάζω τις αυτονόητες προϋποθέσεις σεβασμού της προσωπικότητας που τέθηκαν πιο πάνω. 

  Η (ρητορική ή έμπρακτη) ένστασή μου αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική, αφού ο ρατσισμός αφορά χαρακτηριστικά τα οποία δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής εκείνου που τα φέρει. Και η δημόσια συμπεριφορά είναι θέμα επιλογής του καθενός μας! 

  Έτσι, όσο ηθικά και νομικά καταδικαστέα είναι η πράξη της εξύβρισης ενός ανθρώπου λόγω των σεξουαλικών του προσανατολισμών, άλλο τόσο καταδικαστέα (θα πρέπει να) είναι η άκριτη επικόλληση υβριστικών ετικετών όπως «ρατσιστής», «σεξιστής» ή «φασίστας» σε όποιον τολμά να εκφράζει με τη δέουσα ευπρέπεια την αντίθεσή του στον τρόπο προβολής των ερωτικών ιδιαιτεροτήτων από τους φορείς τους. 

  Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, τονίζω ότι η επίλυση ενός χρονίζοντος νομικού προβλήματος με άμεσες κοινωνικές συνέπειες είναι κάτι που ασφαλώς οφείλουμε όλοι να χαιρετίσουμε. Οι θριαμβολογίες, όμως, όπως και κάποιες άκομψες προκλήσεις εκ μέρους των δικαιωθέντων, αποδυναμώνουν τις προοπτικές καθολικής αποδοχής των θέσεών τους και, εν τέλει, συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ακόμα διχασμού στην κοινωνία. 

   Εκτός, βέβαια, αν η πρόκληση καθαυτή είναι το ζητούμενο, εν είδει τιμωρίας σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχθεί και να ενσωματώσει κάποιες μορφές διαφορετικότητας. Κάτι σαν τα μάλλον συμπλεγματικά κίνητρα της ανώριμης συμπεριφοράς των φίλων των φοιτητικών χρόνων... 
Αναφορές: 
[1] Ρατσισμός: Εννοιολογική προσέγγιση μιας ετικέτας 
                                                   Κώστας Παπαχρήστου (εφημ. Το Βήμα: 31/12/2015) 

Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις περίπου. 
                                                                                                 Μονάδες 25 
Β1. Να βρείτε τα συνώνυμα των λέξεων που σας δίνονται με βάση τη σημασία τους στο κείμενο: Επέλεγαν, δόκιμο, απροκάλυπτη, ακυρώνει, αξιώσει. 
                                                                                                 Μονάδες 5 
Β2. Για κάθε λέξη να βρείτε από ένα αντώνυμο: απολάμβαναν, ελαφρά, περιλαμβάνει, απαρέσκειας, αυτονόητες. 
                                                                                                 Μονάδες 5 
Β3. Ποια είναι η σημασία των διαρθρωτικών λέξεων ή φράσεων της τελευταίας παραγράφου; α. Εκτός, βέβαια, αν… και β. Κάτι σαν… 
                                                                                                 Μονάδες 2 
Β4 α. Ποιος είναι ο τρόπος και το μέσον πειθούς στην 6η παράγραφο (Αν το ζητούμενο… ενοχλούν.); Μονάδες 5 

β. Να βρείτε και να δικαιολογήσετε το είδος της συλλογιστικής πορείας της 7ης παραγράφου (Για παράδειγμα... πιο πάνω.) του κειμένου.
                                                                                                 Μονάδες 4 
Β5. Σε ποιο είδος δημοσιογραφικού λόγου ανήκει το κείμενο; Να γράψετε δυο χαρακτηριστικά του που το επιβεβαιώνουν.
                                                                                                 Μονάδες 4 
Β6. «Και η δημόσια συμπεριφορά είναι θέμα επιλογής του καθενός μας!». Σε μια παράγραφο (80-100 λέξεις περίπου) να εξηγήσετε τον λόγο για τον οποίο πρέπει να συμβαίνει αυτό.
                                                                                                 Μονάδες 10 

Γ΄ Παραγωγή λόγου: «Η ανοχή στη διαφορετικότητα θεωρείται απαραίτητη για την κοινωνική συμβίωση αρκεί όλοι να την κατανοούν ως ανάγκη και να μην απαξιώνουν ή απομονώνουν όσους έχουν εντελώς διαφορετικό τρόπο ζωής ή σκέψης απ’ αυτούς. Γιατί ο σεξουαλικός προσανατολισμός των ανθρώπων δεν πρέπει να γίνεται αιτία πρόκλησης στην κοινωνία αλλά ούτε και αιτία κοινωνικής απόρριψης; Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να προστατευθεί η ιδιωτικότητα στη ζωή των ανθρώπων και να εδραιωθεί η ανοχή στη διαφορετικότητα στην κοινωνία; » (άρθρο 500-600 λέξεις περίπου).
                                                                                               Μονάδες 40


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Η αρχή της ανεκτικότητας

 
                                                                                                          Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                                      φιλόλογος
                                          Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ 

   Στον σύγχρονο ανοικτό και διεθνοποιημένο ορίζοντα με τις ελεύθερες μετακινήσεις πληθυσμών στις ποικιλόμορφες κοινωνίες της Δύσης, οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με την ανασφάλεια που γεννούν οι ξενοφοβικές τάσεις και η παράλογη βία κατά μεταναστών. Το μόνο παρήγορο σημάδι σ’ αυτή τη δυσμενή κατάσταση είναι η προβολή του αιτήματος της ανεκτικότητας, τόσο από διεθνείς οργανισμούς και ανθρωπιστικές οργανώσεις ανά τον κόσμο, όσο κι από πιο ψύχραιμες φωνές στο εσωτερικό των κοινωνιών αυτών. Ωστόσο αυτή η αρχή της ανεκτικότητας δεν είναι μια καινούργια ιδέα, ούτε προέκυψε έτσι ξαφνικά, τώρα που γίναμε ξενοφοβικοί, ούτε αφορά μόνο διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς, αντίθετα ως αρετή θεωρείται διαχρονική και εκφράζει όλο το φάσμα των ανθρώπινων σχέσεων. 

ΟΡΙΣΜΟΣ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ: 

   Ανεκτικότητα σημαίνει αποδοχή της διαφορετικότητας και των δικαιωμάτων του άλλου. Η λέξη προέρχεται από το ρήμα ανέχομαι κι εκφράζει αυτή ακριβώς τη διάθεση να σεβόμαστε τους άλλους και να μην περιορίζουμε τις δυνατότητες ή τις ελευθερίες, που τους δίνει ο νόμος ή η ίδια η φύση της ζωής. Ως έννοια πηγάζει από το παρελθόν και τις πλούσιες πηγές ανθρωπιστικής σοφίας των λαών της ανατολής, του αρχαίου ελληνικού και ρωμαϊκού κόσμου, υπάρχει στο κήρυγμα αγάπης του χριστιανισμού  κι εμπνέει όλα τα νεότερα στοχαστικά κοινωνικά κινήματα στο δυτικό κόσμο, όπως ο ουμανισμός της Αναγέννησης, η θρησκευτική Μεταρρύθμιση και ο Διαφωτισμός. 

   Η ανεκτικότητα προς τους διαφορετικούς λαούς και πολιτισμούς υπήρχε σε όλες τις μεγάλες πολυεθνικές αυτοκρατορίες της ιστορίας, από την ανάγκη πολιτικής επιβίωσης και διοίκησης του αχανούς κράτους, αλλά και ειρηνικής συνύπαρξης ανθρώπων διαφορετικών εθνοτήτων. Από την αρχαία περσική αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών, με τις είκοσι σατραπείες, που ήταν αυτόνομες μεν, αλλά φόρου υποτελείς δε στον Μεγάλο Πέρση Βασιλέα, έως και την οθωμανική αυτοκρατορία, όπου συμβίωναν -με διακριτές ελευθερίες- διαφορετικές εθνότητες, όπως Έλληνες, Πόντιοι, Αρμένιοι, Αρβανίτες, Εβραίοι, Σέρβοι, Βλάχοι κ.α κάτω από την εξουσία της υψηλής Πύλης. 

   Τα πράγματα όμως άλλαξαν, όταν μετά τους εθνικούς αγώνες ανεξαρτησίας των περισσότερων λαών κατά τον 18ο-19ο αιώνα δημιουργήθηκαν τα νεότερα κράτη, τα οποία και οριστικοποίησαν τα σύνορά τους τον 20ο αιώνα, μετά τους δύο Παγκοσμίους πολέμους. Παράλληλα όμως με την ¨εθνική ιδέα¨ των λαών σφυρηλατήθηκε και το αίτημα της εθνικής κυριαρχίας, που θα πήγαζε από την εθνική ομοιογένεια ή και τη φυλετική ¨καθαρότητα¨ της σύνθεσης τους, οπότε οι κάθε λογής διαφορετικοί πληθυσμοί τέθηκαν στο περιθώριο και υφίσταντο διακρίσεις ή και συνεχείς διώξεις. Η διάδοση των ρατσιστικών θεωριών κατά τον 19ο αιώνα και η άνοδος του εθνικισμού-φασισμού κατά τον 20ο αιώνα με την επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων, επέτειναν το αδιέξοδο στις σχέσεις διαφορετικών λαών, που συμβίωναν στο ίδιο κράτος προκαλώντας άλλοτε διώξεις, όπως πογκρόμ εναντίον Εβραίων και άλλοτε ¨εμφύλιες¨ συγκρούσεις, όπως στην πρώην Γιουγκοσλαβία. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ: 

1) Σε ατομικό επίπεδο ο άνθρωπος αναγνωρίζει την ανάγκη να συνυπάρξει αρμονικά με τους άλλους και αντιμετωπίζει με σύνεση, ηρεμία και ψυχραιμία διάφορα ζητήματα και δυσάρεστες καταστάσεις της καθημερινότητάς του, που διαφορετικά θα του προκαλούσαν ένταση ή θυμό. Αντιλαμβάνεται τις ιδιαίτερες ανάγκες και τις επιθυμίες των άλλων και εκφράζει τη διάθεση κατανόησης αλλά και συνεργασίας μαζί τους, είτε αυτοί είναι οικεία πρόσωπα, είτε άλλοι ένοικοι της πολυκατοικίας, γείτονες, φίλοι, γνωστοί, συνεργάτες στη δουλειά ή και άγνωστοι στο δρόμο. 

2) Σε κοινωνικό επίπεδο αποφεύγονται οι ανώφελες αντιπαραθέσεις, οι λογομαχίες και γενικώς οι προστριβές που δυσκολεύουν τη συμβίωσή μας και διαταράσσουν την κοινωνική γαλήνη. Ο κάθε άνθρωπος, που θέλει να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνική δραστηριότητα και να αναλάβει ρόλο ευθύνης, υιοθετεί ήπια στάση γενικώς και αποδέχεται όχι μόνο τις δικές του υποχρεώσεις, αλλά και τα δικαιώματα των άλλων, αυτά που και ο ίδιος αξιώνει για τον εαυτό του. Έτσι σέβεται το δικαίωμα του άλλου να έχει διαφορετικό τρόπο σκέψης, διαφορετική πολιτική ή άλλη ιδεολογία και ηθική άποψη για τη ζωή χωρίς να ενοχλείται γι αυτό και να τον αποστρέφεται ή να αντιδρά βίαια εις βάρος του. 

3) Η ανεκτικότητα έναντι των ξένων ή όσων έχουν εντελώς διαφορετικά ήθη και αντιλήψεις λόγω κουλτούρας ή προσωπικής επιλογής, συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην καταπολέμηση της ξενοφοβίας, την απαξίωση οποιασδήποτε ρατσιστικής ιδεολογίας με φυλετικό ή κοινωνικό στίγμα και την καταδίκη κάθε βίαιης συμπεριφοράς εναντίον τους. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ: 

   Η οικογένεια είναι ένα καθημερινό πεδίο δράσης για μικρούς και μεγάλους, που δοκιμάζει τη διάθεση και την ικανότητα μας να ανταποκριθούμε σε διαφορετικούς ρόλους, ξεχωριστές ανάγκες και απαιτήσεις, που γίνονται έτσι υποχρεώσεις. Για να συμβιώνουν αρμονικά οι δύο σύζυγοι, πέρα από τις αυτονόητες ελευθερίες και την αγάπη -που είναι και το ιδανικό- πρέπει να υπάρχουν και ηθικές αρχές όπως η ανεκτικότητα, η αλληλοκατανόηση, ο αμοιβαίος σεβασμός, η υπομονή, η ήρεμη και καλή διάθεση, ώστε να μην υπάρχουν και ¨τριβές¨ στη σχέση τους από τη συνύπαρξη αυτή στον ίδιο χώρο. Η αρμονική σχέση των δύο συζύγων καθιστά τη συμβίωση τους πρότυπο σχέσης για τα παιδιά, τα οποία επίσης κατανοούν την ανάγκη να μιμηθούν τους γονείς τους, ώστε να νιώθουν εκτός από αγάπη, την ίδια θαλπωρή στο σπίτι και να συμπεριφέρονται με τις ίδιες αρχές αμοιβαίου σεβασμού και ανοχής μεταξύ τους. Η ανεκτικότητα από τους μεγαλύτερους είναι απαραίτητη εξάλλου σε κάθε ξέσπασμα θυμού ή σε κάθε διαταραχή της οικογενειακής γαλήνης από τα πολλά προβλήματα εφηβείας ή τις δυσκολίες της ενήλικης ζωής μας, προκειμένου να επανέλθει η ηρεμία. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: 

   Το πνεύμα ανεκτικότητας στο σχολείο είναι μια γνήσια δημοκρατική αρχή, που επιβάλλεται να υπάρχει στην τάξη γιατί ενθαρρύνει την ελευθερία λόγου, επιτρέπει τη διαφορετική άποψη και τη διαφωνία στον διάλογο και καλλιεργεί την κριτική στάση γενικά, χωρίς τον φόβο σχολιασμού ή προκατάληψης από τους άλλους μαθητές και αποδοκιμασίας από τον δάσκαλο. Η ανεκτικότητα είναι ¨εκ των ων ουκ άνευ¨ συνθήκη στη διαδικασία αγωγής και μάθησης, γιατί τα περισσότερα σχολεία σήμερα έχουν μια διαπολιτισμική διάσταση, οπότε θα πρέπει να γίνει αποδεκτό από όλους μας, γονείς, μαθητές κι εκπαιδευτικούς, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα για να περιοριστούν τα κρούσματα ρατσιστικής βίας και οι απειλές κατά μαθητών (bullying). Έτσι διασφαλίζονται στην πράξη οι ίσες ευκαιρίες πρόσβασης στη βασική εκπαίδευση, το δικαίωμα γνώσης, η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών και η ισότιμη μεταχείριση από την πολιτεία. 

   Ο δάσκαλος πρέπει να είναι ανεκτικός στη διατύπωση διαφορετικών απόψεων από τους μαθητές του, να ενθαρρύνει τον ελεύθερο διάλογο και να δέχεται τον εναλλακτικό τόπο σκέψης ή γλωσσικής έκφρασης, που αυτοί χρησιμοποιούν, ακόμα κι αν διαφωνεί. Έτσι με το παράδειγμά του θα τους εμπνεύσει τον σεβασμό στις αρχές του διαλόγου και της δημοκρατίας, θα τους πείσει να είναι διαλεκτικοί και όχι φλύαροι στη ζωή τους, διαλλακτικοί και όχι εμπαθείς, να αναζητούν την αλήθεια και τη γνώση χωρίς περιορισμούς ή αποκλεισμούς των άλλων, ώστε να γίνουν και μελλοντικά, ενεργοί πολίτες με κριτική σκέψη, άποψη και συναίσθηση κοινωνικής ευθύνης. 

   Η ανεκτικότητα στην εκπαίδευση επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία ιδεών, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη της πειθαρχίας ή της τάξης στο μάθημα. Ανεκτικότητα δε σημαίνει ότι επιτρέπεται η ασέβεια ή ότι συγχωρείται η παρεκτροπή. Είναι δυνατότητα και όχι αδυναμία του δημοκρατικού σχολείου ή του δημοκρατικού δασκάλου. Σε κάθε περίπτωση κατάχρησης και απαξίωσης του δικαιώματος αυτού, θα πρέπει να επιβάλλεται η τάξη με τον κατάλληλο παιδαγωγικά τρόπο. Η ανεκτικότητα των δασκάλων και καθηγητών δε θα πρέπει να καταντάει ατιμωρησία. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: 

  Η ανεκτικότητα στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών και ιδεολογιών, στην ελευθερία λόγου και την επιλεκτική άσκηση νομίμων δικαιωμάτων από πρόσωπα, κόμματα ή οργανώσεις, είναι βασική προϋπόθεση για την εδραίωση και καλή λειτουργία της δημοκρατικής πολιτείας, ειδάλλως μιλάμε για αυταρχική νοοτροπία και συμπεριφορά. Οι αρχές της ανεκτικότητας είναι όλη η ουσία και η φιλοσοφία που ξεχωρίζουν τη δημοκρατία ως το δικαιότερο πολίτευμα και υπέρτερο τρόπο ζωής. 

  Η δημοκρατία είναι το πιο ανεκτικό, το πιο παραχωρητικό και φιλελεύθερο πολίτευμα, αυτό που επιτρέπει σε όλα τα κόμματα, που αποδέχονται τη συνταγματική νομιμότητα, να εκφράζουν εντελώς διαφορετικές ιδεολογίες ή απόψεις, να κατέρχονται στις εκλογές, να διαδηλώνουν, να διεκδικούν κοινωνικά αιτήματα και να μετέχουν στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Η δημοκρατία είναι επίσης ανεκτική και απέναντι στις διάφορες κοινωνικές ή πολιτικές οργανώσεις, που έχουν καταστατικές αρχές λειτουργίας και φανερές προθέσεις, εάν κινούνται στο πλαίσιο συνταγματικής νομιμότητας, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις δείχνει μεγαθυμία ακόμα και στους εχθρούς της. 

Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ: 

1) Όταν οι άνθρωποι κατανοούν την αναγκαιότητα της ανεκτικότητας στις μεταξύ τους σχέσεις, υιοθετούν ανάλογη κοσμοαντίληψη και για τις ευρύτερες διακρατικές ή διεθνείς σχέσεις και κατά συνέπεια και οι λαοί διαπνέονται από το πνεύμα ειρήνης, φιλίας και συνεργασίας με τα άλλα έθνη. Έτσι αποφεύγονται οι ρήξεις των σχέσεών και τα διπλωματικά αδιέξοδα μεταξύ των κρατών, που κάνουν την ειρήνη επισφαλή στις μέρες μας. Επιπλέον αποτρέπονται οι επικίνδυνες εντάσεις στο εσωτερικό των κοινωνιών με διάφορες εθνικές μειονότητες, που θα μπορούσαν να εμπλέξουν τη χώρα σε έναν κύκλο βίας και αίματος με απρόβλεπτες εξελίξεις -ακόμα και με διάσπαση- αφού θα έχει ήδη διασαλευτεί η έννομη τάξη και η ασφάλεια. 

2) Η ανεκτικότητα απέναντι σε διαφορετικούς λαούς επιβάλλεται σε πολλά κράτη, που από παλιά έχουν πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα, που συνυπάρχουν δηλαδή λαοί, φυλές και κοινωνικές ομάδες -ακόμα και σε γκέτο- με εντελώς διαφορετική εθνική ταυτότητα, καταγωγή, θρησκεία, γλώσσα και παράδοση. Τα παραδείγματα αφθονούν συνθέτοντας σε πολλά σημεία του πλανήτη ένα εκρηκτικό μείγμα εθνικών αντιθέσεων ή φυλετικών διεκδικήσεων, που συχνά οδηγεί σε αιματοχυσία. Η Αίγυπτος στη μετά Μουμπάρακ εποχή, διχάζεται ανάμεσα σε διαφορετικές φυλές και θρησκείες και συγκλονίζεται από φαινόμενα ακραίας βίας, ανάλογα μ’ αυτά που συμβαίνουν στη Συρία, το Πακιστάν, την Ινδία ή συνέβησαν στο παρελθόν στη Σρι Λάνκα, την Καμπότζη κι άλλα κράτη της Ανατολής. Στον αντίποδα όλων αυτών, παράδειγμα ανεκτικότητας, αρμονικής συνύπαρξης και αγαστής συνεργασίας ανθρώπων με διαφορετική εθνική προέλευση, είναι σήμερα οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όπως συμβαίνει χαρακτηριστικά στο Βέλγιο, που κατοικείται παραδοσιακά από Βαλλόνους και Φλαμανδούς. Επομένως αν αναζητούμε ένα ισχυρό αντίδοτο για την καταπολέμηση της απειλής του ρατσισμού, του φασισμού, του εθνικισμού αλλά και της ανθρωπιστικής κρίσης των ημερών μας, αυτό είναι η ανεκτικότητα απέναντι σε διαφορετικούς από μας, ανθρώπους και λαούς. 

3) Η ανεκτικότητα στον ελεύθερο προσδιορισμό του τρόπου ζωής ανθρώπων και κοινωνιών, που πηγάζει κυρίως από τη θρησκεία και την εθνική τους παράδοση, είναι προϋπόθεση για την ύπαρξη και τη διατήρηση καλών σχέσεων μεταξύ των λαών και την αποφυγή τρομοκρατικών αντιποίνων. Γι’ αυτό οι πιο αναπτυγμένες, φιλελεύθερες και δημοκρατικές κοινωνίες του δυτικού κόσμου και πολιτισμού, δεν μπορούν παρά να αποδέχονται το δικαίωμα των μουσουλμάνων να ζουν όπως αυτοί επιθυμούν στις κοινωνίες τους. Κάθε δυτική παρέμβαση ¨διαφώτισης ή εξορθολογισμού¨ στο εσωτερικό τους θα ήταν ανεπιθύμητη και ¨αιτία ιερού πολέμου¨ (τζιχάντ) για αυτούς, όπως συνέβη στο πρόσφατο παρελθόν με τους φανατικούς Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, που προκάλεσαν και τα ολέθρια τρομοκρατικά χτυπήματα της ¨Αλ Κάιντα¨ στους Δίδυμους Πύργους. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: 

   Η αρετή της ανεκτικότητας δεν αφορά αδύναμους χαρακτήρες. Είναι δύναμη κι όχι αδυναμία να κατανοείς την ανάγκη και το δικαίωμα του άλλου να εκφράζεται και να ζει ελεύθερα. Είναι δύναμη κι όχι αδυναμία να ελέγχεις τον εαυτό σου, να συγκρατείς τα λόγια και τα νεύρα σου, να κάνεις υπομονή, να δίνεις τόπο στην οργή, να λες ¨δεν πειράζει¨ και να ζητάς συγνώμη, να μη ζητάς ολοένα εξηγήσεις, ακόμη κι ας ξέρεις ότι έχεις δίκιο. Η ανεκτικότητα είναι μια φυσική ευγένεια, που δεν κατανοούν όσοι δεν έχουν. Όσοι όμως μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου, να τον κατανοήσουν, έστω και για λίγο, κι ας μη μπορούν να τον δικαιολογήσουν, καταλαβαίνουν και την ανάγκη να είναι ανεκτικοί. 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ: 

1) ¨Θυμού κράτει¨. Χίλων ο Λακεδαιμόνιος 

2) ¨Audiatur et altera pars¨: Ας ακουστεί και η άλλη πλευρά (Λατινικό ρητό). 

3) ¨…έχουμε χρέος να παραβλέπουμε ο ένας τα λάθη του άλλου· το μεγαλύτερο κακό της ανθρωπότητας είναι η διχόνοια, κι ένα μόνο βάλσαμο υπάρχει: η αμοιβαία ανοχή¨. Βολταίρος 

4) «...κάθε ξένος, τον οποίον η διοίκησις στοχάζεται πως είναι άξιος κάτοικος της πατρίδος, ήγουν καθώς ένας καλός τεχνίτης…ένας άξιος πατριώτης είναι δεκτός εις την πατρίδαν και μπορεί να μετέρχεται ισοτίμως τα δίκαια οπού και όλοι οι συμπολίται». (¨Νέα Πολιτική Διοίκησις¨ Ρήγας).

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Η δικαιοσύνη θεμέλιο της δημοκρατίας

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ   
 

                                                                                            Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                           φιλόλογος
Γιατί η δικαιοσύνη είναι θεμέλιο της δημοκρατίας; 

1)   Το σύνταγμα κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας (άρθ. 87) για να απονέμεται η δικαιοσύνη χωρίς παρεμβάσεις από πρόσωπα της πολιτικής εξουσίας. Έτσι διαφυλάττεται το κύρος των δικαστηρίων και η προσωπική αξιοπιστία των δικαστών, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εμπεδωθεί το αίσθημα δικαίου σε μια κοινωνία. Η δικαιοσύνη δεν πρέπει να επηρεάζεται ποτέ από πολιτικά κόμματα ή πρόσωπα για να είναι αντικειμενική στην κρίση της και να διασφαλίζει την ισονομία που είναι θεμελιώδης συνταγματική αρχή. Η δικαιοσύνη μεριμνά για την ορθή τήρηση του συντάγματος και την εφαρμογή των νόμων από τους κρατικούς λειτουργούς και παρεμβαίνει όταν διαπιστώνει αξιόποινες πράξεις αυτεπάγγελτα ή κατ’ έγκληση. Παράλληλα ελέγχει καταγγελίες για παράνομες προσλήψεις, προαγωγές, μεταθέσεις, αναθέσεις έργων, προμήθειες, καταχρήσεις κ.λ.π από Υπουργεία, οργανισμούς ή φορείς του δημοσίου και παρεμβαίνει ασκώντας διώξεις, αν χρειαστεί. Ακόμα ελέγχει τη συνταγματικότητα ορισμένων νομοσχεδίων και υποχρεώνει τα κόμματα να σέβονται και να τηρούν το σύνταγμα, διασφαλίζοντας έτσι τη δημοκρατική νομιμότητα και την καλή λειτουργία του πολιτεύματος. 

2)  Η δικαιοσύνη πρέπει να είναι ανεπηρέαστη από την εκτελεστική εξουσία για να εγγυάται τη διαφάνεια, τη νομιμότητα και την πολιτική ομαλότητα, που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για τον εκδημοκρατισμό και τη φιλελευθεροποίηση της δημόσιας ζωής. Έτσι διατηρείται η αναγκαία κοινωνική συνοχή, διασφαλίζεται η κοινωνική ειρήνη και εδραιώνεται η δημοκρατία γιατί υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τα πρόσωπα που ασκούν τις διάφορες μορφές εξουσίας. Η προσφυγή των πολιτών δε σε διοικητικά δικαστήρια είναι ένα πάγιο συνταγματικό τους δικαίωμα, που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια κρατικής αυθαιρεσίας και καταστρατήγησης των νόμων από κρατικούς λειτουργούς. Οι πολίτες έτσι αισθάνονται περισσότερο ασφαλείς και σίγουροι πως η θεσμική δικαιοσύνη τους προστατεύει και ότι το κράτος λειτουργεί δημοκρατικά στη βάση κανόνων δικαίου. Σε κάθε ευνομούμενη δημοκρατική χώρα οι πολίτες γνωρίζουν ότι υπάρχει ισοπολιτεία, ισότιμη δηλαδή μεταχείριση και απολαμβάνουν όλοι τα ίδια δικαιώματα ανεξαρτήτως εθνικότητας, φυλής, φύλου, γλώσσας, θρησκευτικής συνείδησης ή πολιτικών φρονημάτων. 

3)  Αν χαθεί και η εμπιστοσύνη στον δικαστή, δε θ’ απομείνει πια τίποτα που να εμπνέει στους πολίτες τη σιγουριά για τον ρόλο του κράτους αλλά και την πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς, γιατί οι πολιτικοί έχουν προ πολλού χάσει τη δική τους αξιοπιστία και δε θα μπορούν να αλλάξουν την εις βάρος τους κατάσταση ή τη δικαιολογημένη αποστροφή του κόσμου γι’ αυτούς. Οι πολιτικοί όμως, σύμφωνα με το σύνταγμα, παραπέμπονται στο ειδικό δικαστήριο μόνο μετά από απόφαση άρσης της ασυλίας τους από τη βουλή, οπότε και οι δικαστές δεν μπορούν να ασκήσουν εις βάρος τους δίωξη. Έτσι παραγράφονται σκάνδαλα και αξιόποινες πράξεις πολιτικών προσώπων γιατί αυτοί οι ίδιοι είναι που νομοθετούν και θεσπίζουν για τον εαυτό τους εξαιρέσεις -όπως τη βουλευτική ασυλία- που δεσμεύουν τη δικαστική εξουσία. 

4)  Με τη δικαιοσύνη επιβάλλεται η έννομη τάξη και διατηρείται το πνεύμα νομιμοφροσύνης των πολιτών για την προάσπιση του γενικού συμφέροντος της πολιτείας. Παράλληλα διώκεται η παρανομία και η εγκληματική αντικοινωνική συμπεριφορά ατόμων ή ομάδων, οπότε διαμορφώνεται ένα τείχος προστασίας που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία των θεσμών της δημοκρατίας. Το δημοκρατικό πολίτευμα άλλωστε στηρίζει τη νομική του κατοχύρωση και υπεροχή στην έκφραση και αποτύπωση κανόνων δικαίου  που δεν αμφισβητούνται αλλά και δεν παραβιάζονται από κανέναν. Όλα τα άλλα καθεστώτα, και ιδίως τα αυταρχικά, εκτός από παράλογα, είναι και άδικα, γιατί στερούνται ηθικής νομιμοποίησης. Οι ηγέτες τους συγκεντρώνουν παράνομα στο πρόσωπό τους όλες τις θεσμικές εξουσίες υποκαθιστώντας ακόμα και τους φυσικούς δικαστές. Είναι δηλαδή απόλυτοι άρχοντες-τύραννοι, απροσπέλαστοι κριτές και συμπεριφέρονται ως επίγειοι θεοί… μέχρι το φυσικό ή βίαιο τέλος τους. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: 

    Ο δικαστής πρέπει να είναι ο φύλακας των νόμων, ο κριτής και αν χρειαστεί ο αδέκαστος τιμωρός. Καθήκον του η ευθυκρισία και η εντιμότητα! Με την πρώτη θα εφαρμόζει τον νόμο και θα ικανοποιεί το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Με τη δεύτερη θα εμπνέει σεβασμό και εμπιστοσύνη και θα διδάσκει ήθος. Έτσι θα επιβάλλει τον νόμο και την τάξη. Την τάξη και την πειθαρχία…

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Το δικαίωμα (;) τεκνοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια


«ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ»
 Αξιολόγηση επιχειρημάτων και τεκμηρίων σ' ένα αντιθετκό ζεύγος κειμένων.                                Κριτήριο αξιολόγησης με απαντήσεις                                                                                                                                                                                 Παπατσίρος  Απόστολος
                                                                                                 φιλόλογος
ΘΕΜΑ: Έχουν δικαίωμα υιοθεσίας τα ομόφυλα ζευγάρια;
                                                                                                  (29.04.2018 εφημ. Καθημερινή)

Κείμενο 1:

Καμία αρνητική επιρροή 
ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ* ​​

  Δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν σήμερα τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Πολύ περισσότερες (22) αναγνωρίζουν διάφορες μορφές τεκνοθεσίας ή αναδοχής για ομόφυλα ζευγάρια που έχουν παντρευτεί ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. Η Ελλάδα, που με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, και αφού καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επέκτεινε το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, έχει μείνει πολύ πίσω. Διότι αντιμετωπίζει αυτά τα ζευγάρια ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Αντίθετα, οι χώρες που εξασφάλισαν την ισονομία είναι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες με το υψηλότερο επίπεδο κράτους δικαίου.

  Η διεθνής εμπειρία αρκετών, πλέον, χρόνων, έχει δείξει ότι ένα ομόφυλο ζευγάρι μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του παιδιού που θα αποκτήσει, όσο και ένα παραδοσιακό ζευγάρι. Τα παιδιά που θα ενηλικιωθούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα έχουν παρόμοια κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή με τα παιδιά που ενηλικιώνονται σε παραδοσιακό περιβάλλον. Δεν θα υπάρξει καμία αρνητική επιρροή στην κοινωνική ανάπτυξή τους, στις δεξιότητές τους, στην ευφυΐα τους, στην αυτοπεποίθησή τους, στις επιδόσεις τους στο σχολείο ή αργότερα στις ανώτατες σπουδές τους. Θα έχουν αρκετές ευκαιρίες να αποκτήσουν γυναικεία ή αντρικά πρότυπα καθώς δεν είναι πάντα απαραίτητο να τα αποκτήσουν από τους γονείς τους αλλά και από τους στενούς συγγενείς, τους φίλους της οικογένειας ή τους δασκάλους τους. Τα παιδιά αυτά θα ζήσουν μια φυσιολογική ζωή αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες αλλά και παρόμοιες οικογενειακές συνθήκες με τα παιδιά των παραδοσιακών γάμων.

  Η ισχυρότερη αντίρρηση στο να αποκτήσουν παιδιά τα ομόφυλα ζευγάρια έχει να κάνει με την αρνητική στάση της κοινής γνώμης. Όμως η κοινή γνώμη δεν δικαιούται να περιορίζει ατομικά δικαιώματα και να απαγορεύει δυνατότητες και εναλλακτικές επιλογές των ατόμων χωρίς σοβαρό λόγο.

   Η νομιμοποίηση του γάμου και της τεκνοθεσίας δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. Το κόστος της καθυστέρησης είναι μεγάλο για τα ομόφυλα ζευγάρια, αλλά ιδίως για τα παιδιά που στερούνται της ευκαιρίας να γίνουν μέλη μιας οικογένειας που θα τα προστατεύει και θα τα αγαπά.
* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αν. καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Κείμενο 2:

Απουσία διακριτών προτύπων
ΙΩΑΝΝΑ ΚΟΝΔΥΛΗ*

  Στην αρχική της σύλληψη, η υιοθεσία θεσπίστηκε με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών του θετού γονέα (συνέχιση της λατρείας των εφεστίων θεών, του πατρογονικού ονόματος, διατήρηση της οικογενειακής περιουσίας). Τον τρόπο οργάνωσης του θεσμού εξέφραζε περιεκτικά το ρωμαϊκό ρητό «adοptio naturam imitatur» (η υιοθεσία μιμείται τη φύση).

  Αργότερα, κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, το κέντρο βάρους της υιοθεσίας, όπως άλλωστε και ολόκληρου του Οικογενειακού Δικαίου, μετατοπίστηκε. Έγινε παιδοκεντρικό, αποβλέποντας αποκλειστικά στο συμφέρον του παιδιού. Το συμφέρον αυτό δεν είναι μόνο περιουσιακό –και γενικότερα υλικό–, αλλά επίσης ψυχικό και ηθικό. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναγνωρίσει επανειλημμένως ως πρωταρχικό κριτήριο σε υποθέσεις επιμέλειας το συμφέρον του παιδιού. Στην απόφαση P.V. κατά Ισπανίας, απέρριψε την προσφυγή κατά του περιορισμού πρόσβασης στο παιδί του διεμφυλικού άνδρα που είχε κάνει έναν γιο με τη γυναίκα του πριν αλλάξει φύλο. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σταθερό περιβάλλον στο παιδί. Το νομοσχέδιο που επιτρέπει την αναδοχή σε όσους έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, επαναφέρει τον προβληματισμό για τη δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια.

   Το θετό παιδί είναι κατεξοχήν το τέκνο της ιδιωτικής βούλησης και αυτονομίας, αλλά δεν αποτελεί κριτήριο προσδιορισμού του εύρους των δικαιωμάτων των υποψήφιων θετών γονέων. Δεν πρόκειται για απόλαυση του δικαιώματος στη δημιουργία θετής οικογένειας –ένα ακόμη βήμα προς την πλήρη εξομοίωση των ομόφυλων ζευγαριών με τα ετερόφυλα– αλλά για προσφορά φροντίδας σε μικρά παιδιά. Η έλλειψη διακριτού πατρικού ή μητρικού προτύπου στην ομόφυλη οικογένεια, ο αντίκτυπος του αρνητικού κοινωνικού περίγυρου στην ψυχική ισορροπία του παιδιού και ο εύθραυστος χαρακτήρας των σχέσεων μεταξύ ομοφύλων καθιστούν τη σκοπιμότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας αμφίβολη. Ειδικότερα, μάλιστα, δεδομένου ότι αυτή δεν στηρίζεται σε προηγούμενες κοινωνικές έρευνες στην Ελλάδα. Εξάλλου, όλες οι έρευνες που διενεργήθηκαν στο εξωτερικό, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, αμφισβητούνται, διότι πραγματοποιήθηκαν σε μικρό δείγμα και στερούνται χρονικού βάθους.
* Η κ. Ιωάννα Ν. Κονδύλη είναι επίκουρη καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
                                                               Ερωτήσεις

Α1. Να βρείτε και να αξιολογήσετε την αποδεικτική ισχύ των επιχειρημάτων και των τεκμηρίων που διατυπώνει ο συγγραφέας του πρώτου κειμένου.                       Μονάδες 20

Β1. Να βρείτε και να αξιολογήσετε την αποδεικτική ισχύ των επιχειρημάτων και των τεκμηρίων που διατυπώνει η συγγραφέας του δεύτερου κειμένου.                    Μονάδες 15 

Γ1. αντίρρηση, στερούνται, περιεκτικά, περιορισμού, αυτονομίας: Ποια είναι η σημασία των λέξεων με βάση το κείμενο;                                                                                  Μονάδες 5

Γ2. Να βρείτε τα αντώνυμα των λέξεων με βάση τη σημασία τους στο κείμενο: Αντίθετα, στενούς, πρωταρχικό, θετής, πλήρη.                                                                     Μονάδες 5 

Γ3. Ποιος είναι ο τρόπος ανάπτυξης της πρώτης παραγράφου του πρώτου κειμένου; (Δεκαέξι … δικαίου).                                                                                                             Μονάδες 5 

Δ. Παραγωγή λόγου: Συμμετέχοντας σ’ αυτόν τον επιστημονικό και κοινωνικό διάλογο, που ξεκίνησε πρόσφατα στη χώρα μας, για τη νομιμοποίηση ή μη της τεκνοθεσίας και από ομόφυλα ζευγάρια, να διατυπώσετε τις δικές σας απόψεις σε ένα άρθρο που πρόκειται να αναρτήσετε στην προσωπική σας ιστοσελίδα (500- 600 λέξεις).                       Μονάδες 50

                                                              Απαντήσεις
Α1. Τεκμήρια:

α.  Δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν σήμερα τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. 
β. Πολύ περισσότερες (22) αναγνωρίζουν διάφορες μορφές τεκνοθεσίας ή αναδοχής για ομόφυλα ζευγάρια που έχουν παντρευτεί ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. 
γ. Η Ελλάδα, που με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, (και αφού καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), επέκτεινε το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, έχει μείνει πολύ πίσω. 

   Τα τεκμήρια που επιλέγονται είναι καταστάσεις της πραγματικότητας ως παραδείγματα (α και β), ενώ η αναφορά στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (γ) θεωρείται αυθεντία και η καταδίκη της Ελλάδας είναι γεγονός. Τα τεκμήρια αυτά θεωρούνται αξιόπιστα αλλά όχι και επαρκή, γιατί η Ελλάδα ως χώρα μέλος της Ε.Ε, αν και δεσμεύεται γενικά στην υιοθέτηση κοινής πολιτικής σε θέματα που αφορούν τα ατομικά δικαιώματα, εντούτοις δεν είναι η μόνη από τα 28 κράτη – μέλη που δε νομοθέτησε τις ρυθμίσεις αυτές. Εξάλλου η Ελλάδα δεν είναι χώρα προτεσταντική ή καθολική, όπως όλες αυτές οι χώρες που αποδέχονται τα ψηφίσματα αυτά, αλλά ορθόδοξη και υπάρχει μεγάλη αντίδραση από την Εκκλησία. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι και σε άλλα θέματα υπάρχει σαφής διαφοροποίηση ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού δεν υιοθετούν όλες το κοινό νόμισμα (euro) ούτε και τη συνθήκη Σέγκεν.

δ. Η διεθνής εμπειρία αρκετών, πλέον, χρόνων, έχει δείξει ότι ένα ομόφυλο ζευγάρι μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του παιδιού που θα αποκτήσει, όσο και ένα παραδοσιακό ζευγάρι. 

  Τεκμήριο (προηγούμενη εμπειρία) χωρίς όμως κάποια ευρήματα μακροχρόνιας έρευνας και σε ικανοποιητικό δείγμα αναφοράς για συγκεκριμένες χώρες. Αποτελεί ίσως μια διαδεδομένη άποψη αλλά είναι αόριστη παραδοχή χωρίς επεξεργασμένα στοιχεία ή τουλάχιστον δεν αναφέρονται εδώ. Επομένως η σύγκριση που επιχειρείται ανάμεσα σε ομόφυλα και παραδοσιακά ζευγάρια μετά είναι μάλλον αυθαίρετη. 

Επιχειρήματα κατά παράγραφο:

1η §: Δεκαέξι ευρωπαϊκές χώρες αναγνωρίζουν σήμερα τον πολιτικό γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. (α΄. πρκ.)
Πολύ περισσότερες (22) αναγνωρίζουν διάφορες μορφές τεκνοθεσίας ή αναδοχής για ομόφυλα ζευγάρια που έχουν παντρευτεί ή συνάψει σύμφωνο συμβίωσης. (β΄. πρκ.)
Η Ελλάδα, (που με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, και αφού καταδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επέκτεινε το σύμφωνο συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια,) έχει μείνει πολύ πίσω. Διότι αντιμετωπίζει αυτά τα ζευγάρια ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. (συμπέρασμα.) 
Παραγωγικός συλλογισμός με προκείμενες τα τεκμήρια. Το συμπέρασμα προκύπτει κατά λογική αναγκαιότητα ως βέβαιο. 

2η §: Η διεθνής εμπειρία αρκετών, πλέον, χρόνων, έχει δείξει ότι ένα ομόφυλο ζευγάρι μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του παιδιού που θα αποκτήσει, όσο και ένα παραδοσιακό ζευγάρι (α΄. πρκ. τεκμήριο) 
Τα παιδιά που θα ενηλικιωθούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα έχουν παρόμοια κοινωνική και συναισθηματική προσαρμογή με τα παιδιά που ενηλικιώνονται σε παραδοσιακό περιβάλλον. (β΄. πρκ) 
Δεν θα υπάρξει καμία αρνητική επιρροή στην κοινωνική ανάπτυξή τους, στις δεξιότητές τους, στην ευφυΐα τους, στην αυτοπεποίθησή τους, στις επιδόσεις τους στο σχολείο ή αργότερα στις ανώτατες σπουδές τους. (γ΄. πρκ)
Θα έχουν αρκετές ευκαιρίες να αποκτήσουν γυναικεία ή αντρικά πρότυπα καθώς δεν είναι πάντα απαραίτητο να τα αποκτήσουν από τους γονείς τους αλλά και από τους στενούς συγγενείς, τους φίλους της οικογένειας ή τους δασκάλους τους. (δ΄. πρκ.) 
Τα παιδιά αυτά θα ζήσουν μια φυσιολογική ζωή αντιμετωπίζοντας τις ίδιες δυσκολίες αλλά και παρόμοιες οικογενειακές συνθήκες με τα παιδιά των παραδοσιακών γάμων. (συμπέρασμα) 

    Επιχείρημα αβάσιμο γιατί το τελικό συμπέρασμα εξάγεται από αυθαίρετες κρίσεις. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι δε θα υπάρξει καμία αρνητική επιρροή για τα παιδιά; Ποιος θα τους δώσει περισσότερες και καλύτερες ευκαιρίες να αποκτήσουν γυναικεία ή αντρικά πρότυπα αν όχι οι ίδιοι οι ετερόφυλοι γονείς; Δε θα αντιμετωπίσουν τις ίδιες δυσκολίες προφανώς στην προσαρμογή τους αλλά πολύ περισσότερες όταν θα διαπιστώσουν τη διαφορετικότητά τους σε σχέση με τις άλλες οικογένειες και τη στάση της κοινωνίας απέναντί τους. Εξάλλου κάθε άλλη επιρροή ως προς τα πρότυπα έξω από την οικογένεια είναι συχνά ανεξέλεγκτη και γιαυτό αμφιλεγόμενη ή παρακινδυνευμένη. 

3η §: Η ισχυρότερη αντίρρηση στο να αποκτήσουν παιδιά τα ομόφυλα ζευγάρια έχει να κάνει με την αρνητική στάση της κοινής γνώμης. (α΄πρκ.)
Όμως η κοινή γνώμη δεν δικαιούται να περιορίζει ατομικά δικαιώματα και να απαγορεύει δυνατότητες και εναλλακτικές επιλογές των ατόμων χωρίς σοβαρό λόγο. (β΄ πρκ. θέση)
   Σωστή άποψη και νομικά ορθή για τα όρια επιρροής της κοινής γνώμης, με μια επιφύλαξη όμως· τι εννοούμε σοβαρό λόγο; Η τεκνοθεσία γενικώς δεν είναι ένας αρκετά σοβαρός λόγος; 

4η §: Η νομιμοποίηση του γάμου και της τεκνοθεσίας δεν πρέπει να καθυστερήσει άλλο. (θέση συμπέρασμα)
Το κόστος της καθυστέρησης είναι μεγάλο για τα ομόφυλα ζευγάρια, (α΄ πρκ.) αλλά ιδίως για τα παιδιά που στερούνται της ευκαιρίας να γίνουν μέλη μιας οικογένειας που θα τα προστατεύει και θα τα αγαπά. (β΄ πρκ.). 

  Σχετικό επιχείρημα γιατί ακόμα κι αν θεωρούνται οι προκείμενες αίτια αναγκαία δεν είναι επαρκή. Δεν προκύπτει από πουθενά ότι τα παιδιά δε θα βρουν άλλες ανάδοχες οικογένειες, ούτε η πολιτεία οφείλει να νομοθετεί κάτω από πίεση και αναλογιζόμενη «το κόστος της καθυστέρησης» για τα ομόφυλα ζευγάρια, γιατί το προέχον εδώ δεν είναι τα ατομικά δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών -που είναι σεβαστά- αλλά τα φυσικά δικαιώματα των παιδιών… 

B1. Τεκμήρια κι επιχειρήματα κατά παράγραφο:

1η §: α. Στην αρχική της σύλληψη, η υιοθεσία θεσπίστηκε με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών του θετού γονέα (συνέχιση της λατρείας των εφεστίων θεών, του πατρογονικού ονόματος, διατήρηση της οικογενειακής περιουσίας). 
β. Τον τρόπο οργάνωσης του θεσμού εξέφραζε περιεκτικά το ρωμαϊκό ρητό «adοptio naturam imitatur» (η υιοθεσία μιμείται τη φύση).

  Τεκμήρια ιστορικά στοιχεία. Η αναδρομή αυτή στην ιστορία της υιοθεσίας και τη λογική του σχετικού νόμου μας βοηθά να καταλάβουμε την αξία της στο παρελθόν αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Και η διαφορά φαίνεται με τη σύγκριση που γίνεται στην επόμενη παράγραφο. 

2η §: α. Αργότερα, κυρίως κατά τον 20ό αιώνα, το κέντρο βάρους της υιοθεσίας, όπως άλλωστε και ολόκληρου του Οικογενειακού Δικαίου, μετατοπίστηκε. (τεκμήριο ιστορικά στοιχεία, α΄ πρκ. επιχειρήματος). 
β. Έγινε παιδοκεντρικό, αποβλέποντας αποκλειστικά στο συμφέρον του παιδιού.(β΄ πρκ.) 
γ. Το συμφέρον αυτό δεν είναι μόνο περιουσιακό –και γενικότερα υλικό–, αλλά επίσης ψυχικό και ηθικό. (γ΄ πρκ. μέσος όρος=συμφέρον) 
δ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει αναγνωρίσει επανειλημμένως ως πρωταρχικό κριτήριο σε υποθέσεις επιμέλειας το συμφέρον του παιδιού. (δ΄ πρκ. τεκμήριο αυθεντία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και με επανάληψη του μέσου όρου= συμφέρον).
ε. Στην απόφαση P.V. κατά Ισπανίας, απέρριψε την προσφυγή κατά του περιορισμού πρόσβασης στο παιδί του διεμφυλικού άνδρα που είχε κάνει έναν γιο με τη γυναίκα του πριν αλλάξει φύλο. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει σταθερό περιβάλλον στο παιδί. (ε΄ τεκμήριο η δικαστική απόφαση P.V. του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην περίπτωση της Ισπανίας ως παράδειγμα και με αναφορά του σκεπτικού της απόφασης).
Το νομοσχέδιο που επιτρέπει την αναδοχή σε όσους έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, επαναφέρει τον προβληματισμό για τη δυνατότητα υιοθεσίας από ομόφυλα ζευγάρια. (συμπέρασμα που αφορά τη χώρα μας και το σχετικό νομοσχέδιο).

  Αξιόπιστο επιχείρημα με επαρκή ιστορική και νομική τεκμηρίωση σχετικά με το πνεύμα του νομοθέτη, που προκρίνει το συμφέρον του παιδιού έναντι οποιασδήποτε άλλης διεκδίκησης δικαιώματος άλλων. Πάνω σ’ αυτό προεκτείνει τη σκέψη της η συγγραφέας στην επόμενη παράγραφο. 

3η §: α. Το θετό παιδί είναι κατεξοχήν το τέκνο της ιδιωτικής βούλησης και αυτονομίας, (α΄πρκ. επιχειρήματος)
β. αλλά δεν αποτελεί κριτήριο προσδιορισμού του εύρους των δικαιωμάτων των υποψήφιων θετών γονέων. (β΄πρκ. επιχειρήματος)
γ. Δεν πρόκειται για απόλαυση του δικαιώματος στη δημιουργία θετής οικογένειας –ένα ακόμη βήμα προς την πλήρη εξομοίωση των ομόφυλων ζευγαριών με τα ετερόφυλα– αλλά για προσφορά φροντίδας σε μικρά παιδιά. (συμπέρασμα-θέση).

α. Η έλλειψη διακριτού πατρικού ή μητρικού προτύπου στην ομόφυλη οικογένεια, ο αντίκτυπος του αρνητικού κοινωνικού περίγυρου στην ψυχική ισορροπία του παιδιού και ο εύθραυστος χαρακτήρας των σχέσεων μεταξύ ομοφύλων καθιστούν τη σκοπιμότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας αμφίβολη. (Επαγωγικός συλλογισμός, αίτια - αποτέλεσμα).
β. Ειδικότερα, μάλιστα, δεδομένου ότι αυτή δεν στηρίζεται σε προηγούμενες κοινωνικές έρευνες στην Ελλάδα. (τεκμήριο, κατάσταση της πραγματικότητας ή γενική αλήθεια η απουσία έρευνας στην Ελλάδα).
γ. Εξάλλου, όλες οι έρευνες που διενεργήθηκαν στο εξωτερικό, ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων, αμφισβητούνται, διότι πραγματοποιήθηκαν σε μικρό δείγμα και στερούνται χρονικού βάθους. (τεκμήριο, κατάσταση της πραγματικότητας ή γενική αλήθεια η απουσία έρευνας ικανού δείγματος και σε μεγάλο χρονικό εύρος στο εξωτερικό).

Γ1. αντίρρηση = διαφωνία, στερούνται = χάνουν, περιεκτικά = συνοπτικά, περιορισμού = απαγόρευσης, αυτονομίας = ελευθερίας.

Γ2. Αντίθετα ≠ ομοίως, στενούς ≠ μακρινούς, πρωταρχικό ≠ δευτερεύον, θετής ≠ φυσικής, πλήρη ≠ μερική. 

Γ3. Συνδυασμός μεθόδων: Σύγκριση – αντίθεση με χρήση παραδειγμάτων και αιτιολόγηση.

Δ. Για την παραγωγή λόγου διαβάστε παλαιότερη ανάρτησή μου για το θέμα της ομοφυλοφιλίας και  τεκνοθεσίας εδώ  http://papatsiros.blogspot.gr/2015/12/homophobia.html.

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2018

Η αρετή της αριστείας


                                           
                                                            Η αρετή της αριστείας
                                                                                                          Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                                   φιλόλογος
  Η αρετή και η αριστεία ως λέξεις έχουν κοινή ετυμολογική ρίζα (αρ- εκ του αραρίσκω=αρμόζω)  και ως έννοιες είναι αλληλένδετες, έχουν σημασιολογική συγγένεια. Δε νοείται αριστεία για έναν άνθρωπο δηλαδή διάκριση και υπεροχή έναντι των άλλων, χωρίς την αρετή δηλαδή την ηθική και πνευματική του ποιότητα ή τη σωματική του ικανότητα. Η αριστεία αρχικά ήταν συνυφασμένη με το ηρωικό ιδεώδες, την ανδρεία στη μάχη, τα "κλέα ανδρών", από την εποχή του Ομήρου. Όλη η ε΄ ραψωδία της Ιλιάδας για παράδειγμα ήταν αφιερωμένη στον Διομήδη κι εξυμνούσε τα κατορθώματά του στη μάχη (αριστεία Διομήδους). Στην Ιλιάδα άλλωστε υπάρχει και η πιο γνωστή για την αριστεία φράση, "αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων", που ήταν ευχή και προτροπή, του Ιππόλοχου στον γιο του, τον άρχοντα των Λυκίων, Γλαύκο, δηλαδή "πάντα να αριστεύεις και να υπερέχεις των άλλων".
   Από την εποχή του Ομήρου η αριστεία ήταν -εκτός από την τιμή και τη γενναιοψυχία του ήρωα στο πεδίο της μάχης, που του εξασφάλιζε και την υστεροφημία- και ένα παιδευτικό ιδεώδες που γαλουχούσε τις επόμενες γενιές ηρώων. Αριστεία ήταν επίσης και η νίκη ενός αθλητή στους ολυμπιακούς αθλητικούς αγώνες, που επιβεβαιωνόταν με ένα στεφάνι αγριελιάς, τον "κότινο", ως "έπαθλον" και συνοδευόταν με τη δόξα του νικητή και την ιδιαίτερη τιμή για την πόλη και την οικογένειά του. Συμβολικά λέγεται πως σε κάποιες πόλεις γκρέμιζαν και μέρος απ' τα τείχη τους όταν υποδέχονταν τους νικητές. Άριστοι στα ομηρικά χρόνια θεωρούνταν και οι ευγενείς, όσοι ήταν δηλαδή ευπατρίδες, αγαθοί ή εσθλοί. Στον Πλάτωνα η αριστεία αποτελεί ανώτερη ηθική αξία και ιδανικό σκοπό της ζωής και στον Αριστοτέλη σημαίνει πολιτική αρετή και τελειότητα (εντελέχεια).
    Για πολλούς αιώνες αργότερα η αριστεία υπήρξε επαινετή ως αγαθή προαίρεση του ανθρώπου και ταυτίστηκε περισσότερο με την αρετή της γνώσης και τη φιλομάθεια, όσο κι αν οι γενικότερες συνθήκες ζωής το επέτρεπαν. "Κάλλιο γνώση παρά γρόσι" έλεγαν οι ολιγογράμματοι Έλληνες, από την εποχή της τουρκοκρατίας ακόμα κι έκαναν αγώνα για να βρουν δασκάλους ή γραμματικούς να στείλουν τα παιδιά τους, να τα διδάξουν για να προκόψουν στη ζωή τους. Και η ελπίδα τους ήταν να μορφωθούν και να σπουδάσουν να γίνουν δάσκαλοι της αρετής τα ίδια. Κι αυτό ήταν το ιδανικό που αφύπνισε εθνικά κι ελευθέρωσε τους Έλληνες, τ' όραμα του Ρήγα και η ρήση του Κοραή ("δράξασθε παιδείας"). Αυτό μεγάλωσε και τις επόμενες γενιές και έδωσε όραμα στο έθνος κι ανέδειξε σπουδαίες μορφές στα γράμματα και τους κοινούς αγώνες. 
    Κι ενώ η αριστεία πάντα είχε μια ηθική βάση ως κοινωνική αρετή και αποτελούσε επιδιωκόμενο σκοπό των νέων στην απόκτηση αγωγής και γνώσης, σήμερα κάποιοι αμφισβητούν την αξία της και την απορρίπτουν ως παιδευτική αρχή στο σχολείο. Ο λόγος είναι λέει ότι με την "αρχή των αρίστων" καταργείται η ισότητα στο σχολείο και γίνονται διακρίσεις εις βάρος των άλλων μαθητών, των πιο πολλών, που μειονεκτούν κι αυτό δε θεωρείται σωστό ούτε και δημοκρατικό. Έτσι για αυτούς καθετί που διακρίνει τους μαθητές και τους κατηγοριοποιεί με βάση τα πνευματικά τους χαρίσματα ή τις επιδόσεις τους γενικά δεν είναι επιθυμητό, δεν είναι αποδεκτό ούτε και αποδοτικό ως παράδειγμα γιατί ενθαρρύνει τον ανταγωνισμό στην τάξη.
    Χρειάζεται άραγε να πούμε ότι είναι αφελές κι επικίνδυνο το σκεπτικό αυτό; Ότι καταστρέφει ό,τι καλό υπήρχε στο σχολείο εδώ και δεκαετίες κι έδινε στους μαθητές το κίνητρο για αγωγή και γνώση; Ότι απαξιώνει τους άριστους και τους πραγματικά καλούς χάριν της ομοιομορφίας και της ¨ήσσονος προσπαθείας¨; Ότι αυτό δεν είναι καθόλου δημοκρατικό ως άποψη γιατί η ισότητα στις ευκαιρίες δε σημαίνει και ισοπέδωση της αξίας. 
    Η κατάργηση της αριστείας μας θυμίζει τον πολύ γνωστό διδακτικό μύθο του Ηροδότου για τον τύραννο της Μιλήτου Θρασύβουλο, ο οποίος έκοβε τα στάχυα του χωραφιού που εξείχαν των υπολοίπων και τα έριχνε κάτω (...ἐκόλουε αἰεὶ ὅκως τινὰ ἴδοι τῶν ἀσταχύων ὑπερέχοντα, κολούων δὲ ἔρριπτε... 5.92ζ.2) για να δείξει στον απεσταλμένο κήρυκα του Περίανδρου -που μόλις είχε γίνει τύραννος- το πως θα πρέπει να επιβάλλει την εξουσία του στους Κορίνθιους. Δηλαδή κόβοντας τα κεφάλια των εκλεκτών, των αρίστων, ώστε να μην ξεχωρίζει κανείς, να μην υπερέχει κανένα κεφάλι. Έτσι λοιπόν αυτή τη λογική της ακέφαλης κοινωνίας, που γίνεται και άβουλη μάζα εύκολα την ποδηγετείς, την ελέγχεις ολοκληρωτικά και απολαμβάνεις τη μακαριότητα της εξουσίας σου, χωρίς ενοχλητικούς αρίστους και εκλεκτούς πολίτες.
    Το πρόσχημα για την υπηρέτηση της ισότητας όλων των μαθητών και την αποφυγή διακρίσεων στο σχολείο δεν αναιρεί την ανάγκη της αξιοκρατίας στην τάξη. Η ισότητα υπάρχει στα δικαιώματά τους. Οι δυνατότητές τους όμως διαφέρουν, γιατί απορρέουν από την ιδιαίτερη φύση του καθενός κι εξάλλου δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια θέληση στη ζωή. Αλλά κι από πότε η ισότητα καταργεί τη δικαιοσύνη; Η αριστεία είναι απόδοση δικαιοσύνης για αυτόν που πραγματικά τ' αξίζει, γιατί ο αγώνας του τον ξεχωρίζει και τον επιβραβεύει με τιμή, "τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε".
    Όσοι υποστηρίζουν ότι η αριστεία είναι αντίθετη στο πνεύμα της ισότητας και της δημοκρατίας, που πρέπει να υπάρχει στο σχολείο σήμερα, επικαλούνται και τον έντονο ανταγωνισμό των μαθητών, που απαξιώνει τη γνώση αυτή καθεαυτή και δημιουργεί προβλήματα επικοινωνίας ή συνεργασίας μεταξύ τους. Το λάθος τους εν προκειμένω είναι ότι ταυτίζουν την αριστεία γενικά με τη φιλοπρωτία που δείχνουν ορισμένοι μαθητές, οι οποίοι παρακινούνται περισσότερο από το σπίτι τους ίσως ή και κάποιους φροντιστές ακόμα στις εξετάσεις. Αριστεία είναι το πνεύμα διάκρισης που οδηγεί στην άμιλλα, ενώ φιλοπρωτία το πάθος της πρωτιάς που γεννά τον ανταγωνισμό. Η πρώτη είναι αρετή η δεύτερη αρρώστια. Το πάθος αυτό της φιλοπρωτίας έφθειρε τα ήθη των ηρώων, τους τύφλωνε τον νου, τους έκανε να ζηλεύουν και να φθονούν τους άλλους και τελικά τους οδηγούσε στην καταστροφή. Έτσι κι ο Τελαμώνιος Αίας θύμωσε που δεν πήρε τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα, "αριστίνδην", απ' τους άλλους Αχαιούς, κυριεύτηκε από την άτη, τη συσκότιση του νου, γιατί αυτοί τα δώσανε στον Οδυσσέα, κι έτσι έσφαξε χολωμένος ένα κοπάδι βόδια και μετά από την ντροπή του αυτοκτόνησε, από "υπεροψίαν και μέθην".  Αλλά κι ο Θεμιστοκλής έχασε τον ύπνο του από τη νίκη του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα «ουκ εά με καθεύδειν το του Μιλτιάδου τρόπαιον» («δεν με αφήνει να κοιμηθώ το τρόπαιο του Μιλτιάδη»).     
       Το κακό για την εκπαίδευση άρχισε όταν καταργήθηκε η αριστεία στα δημοτικά σχολεία και αντί της αριθμητικής βαθμολογίας, που ίσχυε παλιά και διέκρινε τους μαθητές σε άριστους, πολύ καλούς, καλούς, μέτριους, κάτω του μετρίου και ανεπίδεκτους μαθήσεως, καθιερώθηκε το Α, Β, Γ και χάθηκε η παρτίδα. Τότε οι δάσκαλοι δυσκολεύονταν να βάλουν το Β κι έβαζαν με ευκολία το Α, γιατί τους πίεζαν με τον τρόπο τους οι φορτικοί γονείς, που ήθελαν να δούνε τα παιδιά τους να ξεχωρίζουν και ίσως να παίρνουν και τη σημαία στο τέλος, αφού γινόταν κλήρωση και η τύχη έτρωγε τον πραγματικά άριστο. Εννοείται πως Γ δεν έμπαινε ποτέ, εκτός κι αν ήσουν ειδική περίπτωση. Αυτοί οι μαθητές λοιπόν μετά στο Γυμνάσιο, πέρναγαν τις τάξεις χαλαρά ή έβγαζαν και βαθμό, αφού η επιείκεια των καθηγητών έδενε με τη βαθμοθηρία των γονιών και όλοι ήταν ευχαριστημένοι, άσχετα αν τα παιδιά δε μάθαιναν και πολλά πράγματα και αναγκάζονταν να πάνε φροντιστήριο για να τα καταλάβουν μετά στο Λύκειο, το οποίο βέβαια και συνέχιζε στο ίδιο πνεύμα της βαθμοθηρίας με εικονικούς βαθμούς και αριστούχους, ιδίως στη Γ τάξη, αφού το απολυτήριο μέτραγε στο σύνολο των μορίων εισαγωγής στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Έτσι αριστεία ουσιαστικά υπήρχε μόνο στα γραπτά των Πανελλαδικών, που έδειχναν και την πραγματική εικόνα του μαθητή, κι αυτό σχετικό είναι. Και τώρα λέει θέλουν να βάλουν την ίδια βαθμολογική κλίμακα Α, Β, Γ που ισχύει στο Δημοτικό, και στο Λύκειο. Αυτό μας έλειπε...
    Η αριστεία δεν ταυτίζεται με την αριστοκρατία πλέον ας το ξεκαθαρίσουμε, ούτε με την πλουτοκρατία βεβαίως. Αυτό γιατί θεωρήθηκε από ορισμένους ότι τα πρότυπα σχολεία ήταν τα προνομιακά σχολεία των πλουσίων και της "καλής κοινωνίας" και γιαυτό καταργήθηκαν. Ο διαχωρισμός τους αφορούσε ποιοτικά χαρακτηριστικά λειτουργίας και όχι οικονομικά κριτήρια χρηματοδότησης. Εξάλλου και οι πιο πολλοί μαθητές τους ανήκαν στη μεσαία τάξη. Η αριστεία κάποιους τους ενοχλούσε, τη θεωρούσαν ταξική, συστημική και αντιδραστική ως άποψη, γιατί δεν ήταν εξισωτική στη βάση της και λαϊκιστική δηλαδή βολική στα σχέδιά τους για το νέο σχολείο με τις ποικίλες δράσεις (sic.) και δραστηριότητες, τα βιωματικά πρότζεκτ, τα νέα προγράμματα, οργανογράμματα, την κλήρωση της σημαίας, την κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων, την κατάργηση (!) των Πανελλαδικών  εξετάσεων κλπ.
      Η αριστεία δεν αφορά μόνο τους μαθητές, αφορά και εμάς τους καθηγητές. Είναι το κίνητρο που λείπει από τους περισσότερους και ίσως η τελευταία ελπίδα για την εκπαίδευση μετά από συνεχείς και ανεπιτυχείς μεταρρυθμίσεις. Είναι η δύσκολη επιλογή γιατί θυμίζει αξιολόγηση. Και στο δημόσιο σχολείο η αξιολόγηση ακούγεται περισσότερο ως απειλή και λιγότερο ή καθόλου ως επιβράβευση. Ας αναλογιστούμε επομένως την ευθύνη που μας αναλογεί, αν νιώθουμε και την ανάγκη να γίνουμε καλύτεροι. Ή και ακόμα καλύτεροι δηλαδή άριστοι...
                                   

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

83ο κριτήριο :"Θανατική ποινή"

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ

83ο κριτήριο αξιολόγησης                                                        Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                           φιλόλογος
                                Η θανατική ποινή στις Ηνωμένες Πολιτείες

   Η είδηση τάραξε ακόμη και τους υπερμάχους της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ. Η επί τρία τέταρτα αγωνία του καταδικασμένου σε θάνατο βαρυποινίτη Κλέιτον Ρόκετ μετά τη χορήγηση του πρώτου από ένα κοκτέιλ τριών φαρμάκων σταμάτησε την εκτέλεσή του στην Οκλαχόμα, αλλά τελικά ο Ρόκετ πέθανε από καρδιακό επεισόδιο. Το φιάσκο προκάλεσε ερωτήματα για τα φάρμακα που χρησιμοποιήθηκαν και για την έλλειψη διαφάνειας στον τρόπο εφαρμογής της θανατικής καταδίκης. Οι υπέρμαχοι της κατάργησης της θανατικής ποινής βρήκαν μία ευκαιρία να επαναφέρουν το ζήτημα στο προσκήνιο, με την Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών να ζητάει μορατόριουμ των εκτελέσεων.

    Η στάση των Αμερικανών απέναντι στη θανατική ποινή δεν είναι εύκολα κατανοητή στην Ευρώπη, όπου η παράδοση του ουμανισμού επιβάλλει τον σεβασμό κάθε ανθρώπινης ζωής. Στις Ηνωμένες Πολιτείες επικρατεί η έννοια της προσωπικής ευθύνης. Όπως το έθεσε ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, «κάποια εγκλήματα είναι τόσο φρικτά που δικαιολογούν τη θανατική ποινή». Χωρίς αμφιβολία, η διαφορά αντανακλά και την ιστορική πορεία των δύο ηπείρων. Ως σχετικά νεότερη χώρα, η εξέλιξη στις ΗΠΑ προχωρεί μεν ταχύτερα, αλλά οι μνήμες είναι ακόμη νωπές: Όπως και το δικαίωμα στην κατοχή όπλων, η θανατική ποινή είναι κατάλοιπο μιας κοινωνίας που όχι και τόσο πίσω στο παρελθόν κυριαρχούνταν από τον νόμο της  Άγριας Δύσης.

   Ερωτώμενος για το θέμα από Γερμανό δημοσιογράφο στην κοινή συνέντευξή του με την καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ, ο πρόεδρος Ομπάμα δήλωσε προβληματισμένος και έθεσε ζήτημα αναθεώρησης του τρόπου εφαρμογής των ποινών, αναγνωρίζοντας και πρόβλημα ρατσισμού: Μία έρευνα της εποπτικής αρχής του Κογκρέσου δείχνει ότι στο 77% των ανθρωποκτονιών που οδήγησαν στη θανατική ποινή, το θύμα ήταν λευκό – και αυτό παρά το γεγονός ότι το ήμισυ των θυμάτων είναι μαύροι. Άλλες έρευνες αμφισβητούν εάν η θανατική ποινή είναι αποτελεσματική για την αντιμετώπιση του εγκλήματος, ενώ υπάρχει πάντα η πιθανότητα ένας καταδικασμένος σε θάνατο να είναι αθώος, η οποία υπολογίζεται σε 1 προς 25.
    Η Διεθνής Αμνηστία, όμως, θέτει το ζήτημα σε άλλη βάση: Σύμφωνα με αυτήν, η θανατική ποινή είναι «η πιο σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική τιμωρία», καθώς παραβιάζει το δικαίωμα στη ζωή. Η παγκόσμια κοινότητα φαίνεται να συμφωνεί: Συνολικά 140 χώρες έχουν καταργήσει τη θανατική ποινή, 80 από αυτές από το 1976 έως σήμερα. Στις ΗΠΑ, το Μέριλαντ ήταν η τελευταία πολιτεία που κατάργησε τη θανατική ποινή πέρυσι, περιορίζοντας τον αριθμό των πολιτειών που διατηρούν ακόμη τη θανατική ποινή σε 32. Η κοινή γνώμη στη χώρα φαίνεται να κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Σύμφωνα με έρευνα της Pew Research, μόλις το 55% των Αμερικανών υποστηρίζει τη θανατική ποινή – ποσοστό που είναι το χαμηλότερο των τελευταίων σαράντα ετών. Ωστόσο, λίγοι πολιτικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες τάσσονται ξεκάθαρα υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής, καθώς φοβούνται πως ένα τόσο αμφιλεγόμενο θέμα θα τους στερήσει ψήφους.

   Από την πλευρά του, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έχει κρίνει ότι η θανατική ποινή δεν αντιβαίνει στην πρόβλεψη του αμερικανικού Συντάγματος, που απαγορεύει τη «σκληρή και υπερβολική» τιμωρία. Ωστόσο, ήδη από το 1958 είχε αφήσει μία χαραμάδα για τη μελλοντική της κατάργηση, όταν έκρινε ότι η έννοια της σκληρής και υπερβολικής τιμωρίας αλλάζει με τον χρόνο, σύμφωνα με την «εξελισσόμενη αίσθηση αξιοπρέπειας της κοινωνίας». Μέχρι σήμερα, όμως, έχει κρίνει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν θίγεται από την ίδια την εκτέλεση. Όσο αυτή παραμένει η κυρίαρχη αντίληψη στις ΗΠΑ, το σοκ που προκάλεσε η αδυναμία της Οκλαχόμα να πραγματοποιήσει μία όσο το δυνατόν πιο ανώδυνη εκτέλεση δεν θα είναι αρκετό για να αλλάξει τις αντιλήψεις. Μόνο η πεποίθηση πως η αφαίρεση κάθε ανθρώπινης ζωής θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπορεί να το καταφέρει αυτό, κάτι που έχει ήδη αναγνωρίσει το Ανώτατο Δικαστήριο για τις περιπτώσεις των ψυχικά ασθενών και των ανηλίκων.
                                                      (Κατερίνα Σώκου, εφημ. Καθημερινή,  07.05.2014)

Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου σε 100-120 λέξεις περίπου.
                                                                                         Μονάδες 25
Β1. Να βρείτε τα συνώνυμα των λέξεων που σας δίνονται με βάση τη σημασία τους στο κείμενο: υπέρμαχοι, κατανοητή, αντανακλά, αναθεώρησης, αντιβαίνει.
                                                                                         Μονάδες 5
Β2. Για κάθε λέξη να βρείτε από ένα αντώνυμο: προσκήνιο, πιθανότητα, ξεκάθαρα, αμφιλεγόμενο, ανώδυνη.
                                                                                         Μονάδες 5
Β3.  Όπως και, (2η παρ.), όμως, Σύμφωνα με, Ωστόσο,(4η παρ.), Μέχρι σήμερα,... (5η παρ.) Ποια είναι η σημασία των διαρθρωτικών λέξεων ή φράσεων;
                                                                                         Μονάδες 5
Β4. Να βρείτε και να χαρακτηρίσετε το είδος των τεκμηρίων της προτελευταίας παραγράφου.
                                                                                         Μονάδες 10 
Β5. Πού οφείλεται σύμφωνα με την αρθρογράφο η διαφορά αντίληψης ανάμεσα στην Αμερική και την Ευρώπη στο θέμα της θανατικής ποινής; (80-100 λέξεις περίπου)
                                                                                         Μονάδες 10
Γ΄ Παραγωγή λόγου: Υποθέστε ότι μετέχετε σε μια δημόσια έκφραση γνώμης σε κάποιο κοινωνικό forum και αρθρογραφείτε σχετικά με την αναγκαιότητα ή μη της θανατικής ποινής στον κόσμο σήμερα. Να διατυπώσετε τις απόψεις σας προσπαθώντας παράλληλα να αντικρούσετε τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς (500-600 λέξεις). 
                                                                                         Μονάδες 40