Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Ευθανασία: Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο



   Ευθανασία: Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο
 
                                                                                                 Παπατσίρος Απόστολος
                                                                                                           φιλόλογος
   Πώς είναι δυνατόν να επιχειρηματολογεί κάποιος υπέρ της ευθανασίας ανθρώπων ακόμα κι αν αυτοί βρίσκονται στο τελικό στάδιο ανίατης νόσου ή έχει διαπιστωθεί ο εγκεφαλικός τους θάνατος; Το ότι υπάρχουν κάποιες χώρες και μάλιστα πολιτισμικά προηγμένες, που δέχονται την υπό όρους ευθανασία, δεν είναι πειστικό επιχείρημα γιατί απλούστατα υπάρχουν ασύγκριτα περισσότερες που την απαγορεύουν. Το θέμα δεν είναι επομένως το τι πιστεύουν ή τι κάνουν κάποιοι άλλοι λαοί στις χώρες τους, αλλά τι πιστεύουμε εμείς ως άνθρωποι και τι θα απαντούσαμε σε ένα τόσο δύσκολο πρόβλημα βιοηθικής.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ:

   Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι σύγχρονο. Υπάρχει στις αρχαίες κοινωνίες με συναφή μορφή, άλλοτε συνδεόμενο με την ευγονία, όπως στην αρχαία Σπάρτη με την παράδοση του Καιάδα, και άλλοτε με την προσδοκία ενός καλού (δηλαδή έντιμου) και ήσυχου (δηλαδή ανώδυνου) θανάτου «εν ειρήνη», (ευ+θάνατος) όπως περιγράφεται από αρκετούς φιλοσόφους και ιδίως στον Πλάτωνα στην «ιδανική πολιτεία» του. Οι αρχαίοι Έλληνες γενικά είχαν περισσότερη εξοικείωση με τον θάνατο (πχ. Εμπεδοκλής, Σωκράτης, Στωικοί, Επικούριοι), το ίδιο και οι νεοπλατωνικοί και οι στωικοί στην αρχαία Ρώμη (Μάρκος Αυρήλιος: "Όλα υπάρχουν για να πεθάνουν"). Μετά την Αναγέννηση από τα νεότερα κείμενα, αξίζει να αναφέρουμε τη «νήσο Ουτοπία» του Άγγλου συγγραφέα Τόμας Μουρ, (16ος αι.) ο οποίος πρότεινε την εθελοντική ευθανασία των αναπήρων. Ωστόσο ο όρος ευθανασία με τη σημερινή του σημασία δηλαδή την εκούσια θανάτωση, καθιερώθηκε από τον Άγγλο φιλόσοφο του 17ουαι. Φράνσις Μπέικον (euthanasia) , ο οποίος την υιοθετούσε για την απαλλαγή από επώδυνη νόσο. Και από τους νεότερους συγγραφείς, ο Άλντους Χάξλεϋ (20ος αι) στον «Θαυμαστό καινούργιο κόσμο» του περιγράφει την ευθανασία σε κλινικές μελλοθανάτων υποχρεωτικά για όσους είναι άνω των 60 ετών. Μάλιστα και ο ίδιος, επειδή έπασχε από καρκίνο, ζήτησε από τη γυναίκα του να του κάνει ευθανασία χορηγώντας του 100 mg LSD. Το πιο γνωστό όνομα για την ευθανασία όμως ήταν στη δεκαετία του 1990 στην Αμερική, ο δόκτωρ Κεβορκιάν ή αλλιώς «δόκτωρ θάνατος», ο οποίος είχε βοηθήσει πολλούς ασθενείς του να πεθάνουν και θεωρήθηκε πρωτοπόρος ακόμα και για τις μεθόδους του.

 
             Τόμας Μουρ                                       Φρανς Μπέικον                 Άλντους Χάξλεϋ                    Τζακ Κεβορκιάν

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ:

   Το βασικότερο επιχείρημα που επικαλούνται οι υπέρμαχοι της ευθανασίας είναι το «δικαίωμα στον θάνατο», δηλαδή τη δυνατότητα του ανθρώπου να επιλέγει ο ίδιος τον θάνατό του, αντί μιας πολύ επώδυνης ζωής από κάποια βαριά και αθεράπευτη αρρώστια. Αφού κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει όποιον θέλει να αυτοκτονήσει γιατί να απαγορεύεται η εκούσια ευθανασία υπό όρους; Όπως δηλαδή ορίζουμε τη ζωή μας αυτόβουλα και αυτόνομα, άλλο τόσο να μπορούμε να ορίσουμε και τον θάνατό μας, το πώς και το πότε θα πεθάνουμε έχοντας πλήρη συναίσθηση των πράξεών μας. Αυτή είναι η νομική βάση που επικαλούνται όλες οι χώρες που επιτρέπουν την ευθανασία ανθρώπων στο σύνταγμά τους και είναι αρκετές (Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ελβετία, Κίνα, Ιαπωνία, ορισμένες πολιτείες ΗΠΑ κα).

   Αλλά αυτό το «δικαίωμα στον θάνατο», δε θεωρείται μόνο ως ένα ατομικό δικαίωμα αυτοδιάθεσης για κάποιον που είναι βαριά άρρωστος και θέλει ο ίδιος να πεθάνει, αλλά και ως μια δυνατότητα επιλογής για τους οικείους του, ώστε να μπορούν να αποφασίσουν αυτοί, αν ο ίδιος έχει πέσει σε βαθύ κώμα και δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον του. Ο λόγος είναι ότι οι άμεσοι συγγενείς δε θά ’θελαν και δε θ’ άντεχαν να βλέπουν άλλο τον άνθρωπό τους να βασανίζεται χωρίς καμιά ελπίδα και να υποφέρει από φρικτούς πόνους. Σ’ αυτή την περίπτωση, παρά τη συντριβή και την απελπισία που νιώθουν, αισθάνονται αμήχανοι κι επειδή δε θέλουν τον ψυχολογικό του μαρασμό, προτιμούν να δώσουν ένα πιο ανώδυνο τέλος για να λυτρωθεί η ψυχή του απ’ το μαρτύριο του αργού θανάτου και το σώμα του απ’ τους πόνους.

   Το σοκ που υφίσταται μια οικογένεια από την ευθανασία ενός αγαπημένου της προσώπου είναι λιγότερο οδυνηρό, από μια παρατεινόμενη αγωνία και οδύνη απ’ τον φυσικό θάνατο του, που μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια. Στην πρώτη περίπτωση προετοιμάζεσαι ψυχολογικά για την απώλειά του από πριν, εδικά αν σκεφτείς ότι ο θάνατος είναι μέσα στη ζωή και το δέχεσαι στωικά. Αν όμως βλέπεις έναν άνθρωπο να «λιώνει» αβοήθητος και χωρίς καμιά ιατρική ελπίδα, πώς να το δεχτείς λογικά και πώς να το ξεπεράσεις; Σε άλλες εποχές αυτοί που σήμερα θεωρούνται κλινικά νεκροί θα είχαν πεθάνει αμέσως. Η όποια παράταση της ζωής τους είναι μια ψευδαίσθηση και οφείλεται στην πρόοδο της ιατρικής επιστήμης.

   Πολλοί επιστήμονες -όχι μόνο γιατροί- και διανοούμενοι σήμερα δέχονται την ευθανασία ως μια πράξη ανθρωπιστική ή περίπου ευεργετική για τον πάσχοντα κάνοντας λόγο για «επώδυνη αλλά αναγκαία λύση». Πιστεύουν ότι είναι θέμα σεβασμού της αξιοπρέπειας του ασθενούς το να μη μεταβληθεί σταδιακά σε «πειραματόζωο» από κανέναν με τη δοκιμή άγνωστων φαρμάκων, ούτε να αποτελέσει περιττό βάρος για το προσωπικό των νοσοκομείων, αλλά και να μη γίνει ψυχολογικό και κυρίως δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος για τους δικούς του. Κάποιοι θα έλεγαν και πρόσθετο βάρος για την κοινωνία, αν σκεφτούμε ότι στο κόστος της νοσηλείας του συμμετέχουν και ασφαλιστικά ταμεία, αν και δεν περιμένουμε τίποτα από αυτούς τους ανθρώπους που λογίζονται και ως «ξεγραμμένοι». Για την αξιοπρέπειά τους λοιπόν θα ήταν προτιμότερη η ευθανασία επειδή και οι ίδιοι δε θα’ θελαν ποτέ να γίνουν βάρος σε κανέναν.

   Οι υπερασπιστές της ευθανασίας θεωρούν υποκριτική τη στάση της πολιτείας να μη νομιμοποιεί την ευθανασία, αν και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που έχουμε σιωπηρά παθητική ευθανασία σε βαριά αρρώστους ή πολυτραυματίες με την έγκριση της ίδιας της οικογένειας τους ή και χωρίς αυτή. Αυτό γίνεται με την παράλειψη της δόσης ενός φαρμάκου ή την αναστολή της θεραπευτικής αγωγής, οπότε ευθανασία έχουμε κανονικά αν και δεν προβλέπεται από τον νόμο. Τότε ποιος ο λόγος να μη νομιμοποιείται για να απαλλάξει και τους γιατρούς από το ηθικό βάρος μιας μη νόμιμης διαδικασίας;

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗ ΖΩΗ:

  Όσοι είναι πολέμιοι της ευθανασίας αντίθετα αντλούν το βασικό τους επιχείρημα από τον πατέρα της ιατρικής, τον Ιπποκράτη και τον περίφημο όρκο του: «Θα χρησιμοποιώ τη θεραπεία για να βοηθήσω τους ασθενείς κατά τη δύναμη και την κρίση μου, αλλά ποτέ για να βλάψω. Δεν θα χορηγήσω κανένα θανατηφόρο φάρμακο, όποιος κι αν μου το ζητήσει, και δεν θα δώσω καμία τέτοια συμβουλή». Έτσι ο κάθε γιατρός θα πρέπει να σέβεται την επιστήμη του και να την υπηρετεί με πάθος χωρίς να ξεχνά τις ηθικές αρχές της.

   Επιπλέον καμία γνωστή θρησκεία δε δέχεται την ευθανασία υπό όρους, ούτε την ενεργητική με χορήγηση θανατηφόρας δόσης φαρμάκου, ούτε την παθητική με την πλημμελή φροντίδα ασθενούς. Ο λόγος είναι ότι δεν είναι στην κρίση του ανθρώπου και κανενός άλλου πλην του θεού το πότε και πως θα πεθάνει ο άνθρωπος. Αυτό το αποφασίζει ο θεός και δεν έχει κανείς το ηθικό ή νομικό δικαίωμα να υποκαθιστά τη φυσική τάξη που υπάρχει στον κόσμο και την ακολουθία ζωής και θανάτου. Κανένας άνθρωπος δε δικαιούται ν’ αφαιρεί ό,τι δεν έδωσε, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για τη ζωή κάποιου άλλου, που είναι θείο δώρο, ακόμα κι αν λέει πως το κάνει από οίκτο για να τον λυτρώσει από τους αφόρητους πόνους. Αν σκεφτούμε μάλιστα τη ρητή εντολή του χριστιανισμού, το «ου φονεύσεις», δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για κανένα γιατρό ή επιστήμονα να υποκαταστήσει το «χέρι του θεού», εκτός βέβαια αν οι ίδιοι δεν έχουν φόβο θεού και κανέναν ενδοιασμό επομένως να βοηθήσουν έναν άνθρωπο να πεθάνει.

   Η ευθανασία θεωρείται ανθρωποκτονία ή υποβοηθούμενη αυτοκτονία και κατά συνέπεια τιμωρείται όπως ο νόμος ορίζει στις χώρες που την απαγορεύουν. Δεν έχει σημασία το αγαθό κίνητρο που επικαλούνται οι υποστηρικτές της, όσο το αποτέλεσμα που είναι η αφαίρεση της ζωής ενός ανθρώπου. Η ενδεχόμενη νομιμοποίηση της ευθανασίας θα διευκόλυνε όσους έχουν οικονομικό όφελος από αυτή δηλαδή το ιατρικό προσωπικό των νοσοκομείων, αλλά ίσως και οικονομικό συμφέρον για κάποιους από τους συγγενείς του ασθενούς που θα κληρονομήσουν την περιουσία του. Σε ορισμένες περιπτώσεις που γίνεται και δωρεά οργάνων για μεταμόσχευση, όπως σε πολυτραυματίες από τροχαία ατυχήματα, ευνοούνται τα σχέδια διαφόρων διακινητών οργάνων ή και γιατρών που επιδιώκουν τέτοιες επεμβάσεις για ίδιον όφελος.

   Ένας ακόμη λόγος για να μη γίνεται ευθανασία σε βαριά ασθενείς είναι το σοβαρό ενδεχόμενο να έχει γίνει λάθος στην ιατρική διάγνωση ή να μην ακολουθήθηκε η κατάλληλη θεραπεία με φάρμακα, οπότε ίσως υπάρχει μεγαλύτερη ελπίδα, αν αλλάξει η θεραπευτική αγωγή ή αντιμετωπιστεί με άλλες πιο πρωτοποριακές μεθόδους η κλινική τους περίπτωση. Εξάλλου επινοούνται νέα φάρμακα και η ιατρική επιστήμη εξελίσσεται συνεχώς, οπότε όλο και κάποια νέα δεδομένα ή αποτελέσματα μακροχρόνιων ερευνών έρχονται να βελτιώσουν τη θεραπευτική αγωγή για τις χρόνιες παθήσεις ή τα βαριά νοσήματα.

   Και ένα τελευταίο επιχείρημα για μη νομιμοποιηθεί η ευθανασία είναι το εφιαλτικό σενάριο να εφαρμοστεί κατά τρόπο ανεξέλεγκτο ή και μαζικό από κυβερνήσεις για τη δημιουργία, κατά τα πρότυπα της ευγονικής του Χίτλερ, μιας «υγιούς και δυνατής» κοινωνίας ανθρώπων, στην οποία δε θα έχουν καμία θέση οι ψυχικά και πνευματικά διαταραγμένοι, οι ανάπηροι και οι βαριά άρρωστοι. Το σενάριο αυτό δεν είναι απίθανο, αν σκεφτεί κανείς ότι υπήρξε και στην πραγματικότητα κατά την περίοδο του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και η οργανωμένη εξόντωση των Εβραίων, των αθίγγανων κα. έγινε βάσει σχεδίου τότε που ονομάστηκε «τελική λύση». Αν μάλιστα φέρουμε στο μυαλό μας και το πιθανό ενδεχόμενο κλωνοποίησης ανθρώπων στο μέλλον, για να είναι προσαρμοσμένοι στις απαιτήσεις της «Νέας Τάξης» για την παγκόσμια κυριαρχία, τότε θα καταλάβουμε ότι εύκολα θα μπορούσαμε να χάσουμε την ελευθερία μας, από τον κομφορμισμό που θα επικρατήσει, αλλά και τη ζωή μας την ίδια, σε περίπτωση που νοσήσουμε, από αυτή την ιδιότυπη «γενετική κοινωνική μηχανική» της ευγονικής ευθανασίας. Το όλο σκηνικό θυμίζει τη «Σωφρονιστική αποικία» του Κάφκα, που έγραψε το 1919 και περιγράφει έναν φανταστικό τόπο μαρτυρίου και εκτέλεσης για κάθε εχθρό της εξουσίας, με τη μηχανή του θανάτου, τον «Εγγραφέα». Τα όσα επακολούθησαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου από τους Ναζί στα κρεματόρια του Άουσβιτς και του Μαουτχάουζεν τον επιβεβαίωσαν τραγικά.

                                                                                    
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

  Η ευθανασία ίσως πράγματι να αποτελεί την «τελική λύση» ή τη λύτρωση για κάποιους ασθενείς που είναι εργαστηριακά νεκροί ή βρίσκονται σε άγρυπνο κώμα και υποφέρουν από αφόρητους πόνους και δεν έχουν καμιά ελπίδα σωτηρίας. Σίγουρα το μαρτύριό τους θα μεγάλωνε αν εξαντλούσαν όλη την υπόλοιπη ζωής τους με τεχνική υποστήριξη και συνεχή ιατρική φροντίδα. Το κακό δεν είναι ο θάνατος, γιατί όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν κάποτε, αλλά ο προκαθορισμός του. Άλλο να μην ξέρεις πότε και πως θα πεθάνεις και να εξακολουθείς να ελπίζεις, κι άλλο να μετράς τις ώρες σου σαν μελλοθάνατος. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ:

1. Η μόνη περίπτωση νομιμοποίησης της ευθανασίας που συζητείται σοβαρά είναι η ύπαρξη πλήρους εγκεφαλικού θανάτου και του φλοιού του, δηλαδή, και του στελέχους του, όχι του μερικού, καθώς παρουσιάστηκαν περιπτώσεις ανάνηψης ασθενών που ήταν πολλά χρόνια σε κώμα. Φιλοσοφικοηθικά σοφίσματα του τύπου ότι δεν υπάρχει ηθικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στη θανάτωση κάποιου και στο να τον αφήσουμε να πεθάνει δεν έχουν ιδιαίτερη ισχύ ή ακόμη ότι υπάρχει αναλογία ανάμεσα στο δικαίωμα της άρνησης θεραπείας από κάποιον και της παρεμβατικής ευθανάτωσής του.

…Ο κάθε ευσυνείδητος και πεπαιδευμένος λοιπόν γιατρός ή συγγενής θα πρέπει να θυμάται τις ηθικές ιατρικές αρχές του Ιπποκράτη περί φιλανθρωπίας, φιλευσπλαχνίας και αφοσίωσης στον άρρωστο δρώντας ανάλογα, επιβραδύνοντας ανακουφιστικά τον θάνατο και όχι επιταχύνοντάς τον· να αξιολογεί, δηλαδή, σωστά τις δήθεν συνηγορούσες ακραίες ευθανατικές συνθήκες προκειμένου να αποτραπεί ο ασθενής από την επιθυμία για υποβοηθούμενη αυτοκτονία, καθώς ο πόνος και η απογοήτευσή του καμπυλώνουν την ελεύθερη βούλησή του. Άλλωστε είναι γνωστές περιπτώσεις πλήρους αλλαγής της βούλησης για τη ζωή διασωσμένων από επιχειρηθείσα αυτοκτονία. Στο ερώτημα λοιπόν πότε επιτρέπεται σε έναν γιατρό να σταματήσει τη ζωή ενός ασθενούς η απάντηση είναι ποτέ.  
                                                              (Σταμάτης Αλαχιώτης 30-1-11, εφ. Το Βήμα)

2. Ο Τζακ Κεβόρκιαν, ο πρώην παθολόγος που έγινε γνωστός ως «Δρ Θάνατος» βοηθώντας δεκάδες ετοιμοθάνατους ασθενείς στις ΗΠΑ να αυτοκτονήσουν, απεβίωσε σε ηλικία 83 ετών, πιθανότατα από πνευμονική θρόμβωση. Ο Κεβόρκιαν καταδικάστηκε το 1999 σε φυλάκιση 15-20 ετών για την υπόθεση του 52χρονου ασθενή Τόμας Γιουκ, του οποίου η υποβοηθούμενη αυτοκτονία με θανατηφόρες ενέσεις μεταδόθηκε στην εθνική αμερικανική τηλεόραση. Ο ίδιος ο Κεβόρκιαν είχε παραδεχθεί ότι βοήθησε τουλάχιστον 130 άτομα να αυτοκτονήσουν το διάστημα 1990-1998. Ο παθολόγος, από τον οποίο είχε αφαιρεθεί η άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος, εφηύρε τη «μηχανή ελέους», μια συσκευή που επέτρεπε στους ασθενείς να πατούν οι ίδιοι το κουμπί για τις θανατηφόρες ενδοφλέβιες ενέσεις. Τα πτώματα ορισμένων ασθενών εμφανίζονταν σε πάρκα, έξω από νοσοκομεία, ακόμα και στο φορτηγάκι του γιατρού. Αποφυλακίστηκε το 2007 κι αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας.                            (εφημ. Το Βήμα, 3-6-11)