Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Η γενική παιδεία αγνοείται…



  Η γενική παιδεία αγνοείται…
                                                                                       Παπατσίρος Απόστολος                                                                                                                              φιλόλογος  
   Είναι λυπηρό, αλλά και κατανοητό ταυτόχρονα, το πρόβλημα που διαπιστώνουμε πολλοί καθηγητές της τάξης για το επίπεδο των γενικών γνώσεων των μαθητών μας, το οποίο είναι περιορισμένο και σε αρκετές περιπτώσεις πολύ χαμηλό. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι περισσότερο προφανείς στο Λύκειο, όταν οι μαθητές ολοκληρώνουν την εγκύκλιο παιδεία ή εκπαίδευσή τους αν προτιμάτε, στο σχολείο και οι πιο πολλοί καθηγητές -ιδίως οι φιλόλογοι- έχουν τόσα πολλά να διηγηθούν από την καθημερινή τους εμπειρία στην τάξη.

  Ενδεικτικά θα αναφέρω κάποια παραδείγματα που αποκαλύπτουν αυτή την έλλειψη γενικών γνώσεων στο Λύκειο -και σε κάποιες περιπτώσεις την απαιδευσία- ορισμένων μαθητών μας, με την ελπίδα να γίνουν αυτές οι διαπιστώσεις αντικείμενο προβληματισμού για την ποιότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και κριτικών παρεμβάσεων στο έργο μας. Πώς να εξηγήσει κανείς λογικά τόση συσσωρευμένη άγνοια λέξεων ή φράσεων -και της δημοτικής ακόμα- που γνώριζαν όμως και οι ολιγογράμματοι παππούδες μας; Τα πιο πολλά παιδιά στο Λύκειο ξέρουν τα πάντα για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα κινητά αφής, αλλά αγνοούν στοιχειωδώς την ιστορία ή τη μυθολογία και παντελώς τη γεωγραφία, ακόμα και της χώρας μας.

_ Πείτε μου έναν ποταμό της Μακεδονίας, ρώτησα πρόσφατα σε τμήμα κατεύθυνσης Λυκείου.
_ Ο Άθως ! απάντηση… 

_ Τι σημαίνει ράκος, ρώτησα μαθητές της Γ΄ τάξης. Σιγή…Τους ρώτησα να μου πουν αν ξέρουν τουλάχιστον κάποια σύνθετη λέξη, μήπως πάει το μυαλό τους στον ρακοσυλλέκτη ή τον ρακένδυτο και το καταλάβουν έτσι.
_ Ρακόμελο … η απάντηση. Γέλια στην τάξη.

_ Πείτε μου έναν ποιητή εν ζωή ρώτησα μαθητές της Β΄ τάξης.
_ Ο Καβάφης (!)…
_Καμιά ποιήτρια μήπως;… Απόλυτη σιγή.

  Εξηγούσα την ετυμολογία της λέξης βουλιμία σε μαθητές της Β΄ τάξης και τους έλεγα πως είναι η λίμα, ο λιμός δηλαδή η πείνα του βοός, του βοδιού, εξ ού και το «πεινάω σαν βόδι» που λέμε συχνά. Και με ρωτάει μαθητής:
_Tι είναι το βόδι;…
_Η αρσενική αγελάδα…απαντάει μια μαθήτρια.
  Τα ’χασα. Περιττό να πω πως κανένας δεν ήξερε τη διαφορά ανάμεσα στο βόδι και τον ταύρο.

  Στην Ιστορία της Α΄ Λυκείου μιλούσα για τη ναυμαχία στο Άκτιο το 31 πΧ. και ρώτησα τους μαθητές να μου πουν, αν ξέρουν, που είναι το Άκτιο. Κανείς.

Τους έλεγα για τη ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827 και τους έκανα την αφελή ερώτηση.
_ Ξέρετε που είναι το Ναυαρίνο;
_ Στην Ισπανία, στην Ιταλία, στην Κύπρο, στη Μεσόγειο, οι σκόρπιες απαντήσεις. Ώσπου επιτέλους κάποιος το βρήκε, όχι γιατί ήξερε από Γεωγραφία, αλλά γιατί είχε πάει στο “Costa Navarino”, το ξενοδοχείο και τα συνδύασε…Πάλι καλά. Πάντως αν τους πεις στη Σφακτηρία ή στη Μεθώνη σε κοιτάνε σαν χάνοι. Και που είναι αυτά θα σου πουν…

  Αν ρωτήσεις πότε και που εμφανίστηκε το κίνημα του Διαφωτισμού στην Ευρώπη, οι μισοί το μπερδεύουν με την Αναγέννηση στην Ιταλία και οι άλλοι μισοί με τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου.

_Ποιον οικονομολόγο θεωρητικό του καπιταλισμού γνωρίζετε;
_Τον Μαρξ (!)…

_Σε ποια ποιητική σχολή ανήκε ο Μίλτος Σαχτούρης;
_Στον ιμπεριαλισμό (!)…

  Αισθάνομαι την ανάγκη…έλεγα σε κάποιο τμήμα της Β΄ Λυκείου και πριν ολοκληρώσω τη σκέψη μου με διέκοψε μια μαθήτρια λέγοντας:
_Γιατί λέτε αισθάνομαι; Αισθάνομαι είναι το ρήμα;
_ Και πώς είναι;…τη ρωτάω όλος απορία.
_Αιστάνομαι…μου απαντάει.
_Ναι λέω, όπως λέμε «Esthetica»... ξανά γέλια στην τάξη.

   Θα μου πείτε αυτά είναι μαργαριτάρια από αμαθείς, ημιμαθείς ή αδιάφορους μαθητές ή ότι λέγονται περισσότερο για πλάκα ή ότι είναι εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Ότι είναι δείγμα από υποβαθμισμένα σχολεία ή Εσπερινά ή ΕΠΑ.Λ. Όμως όχι. Είναι από διάφορα σχολεία σε Αθήνα και περιφέρεια. Κάποιοι από αυτούς τους μαθητές τώρα είναι φοιτητές. Ο μαθητής που δε γνώριζε τι είναι το βόδι, τώρα σπουδάζει στην ιατρική (!). Κι ο προβληματισμός μεγαλώνει. Τι συμβαίνει και τα παιδιά μας ενώ ξέρουν αλγεβρικούς τύπους, συναρτήσεις, τετραγωνικές ρίζες, πολυώνυμα, χημικές ενώσεις, νόμους και αξιώματα της φυσικής, γράφουν εικοσάρια στη βιολογία και την ιστορία, που τις «λένε» απέξω και ανακατωτά ακόμα και στον ύπνο τους, εντούτοις δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στο κράτος και το έθνος, στη χειραφέτηση και τη χειραγώγηση, την πίστη και τη θρησκεία, την εφεύρεση και την ανακάλυψη, την αλήθεια και την πραγματικότητα;

   Πριν λίγα χρόνια θυμάμαι ότι σε κάποιο τμήμα της Γ΄ Λυκείου είχα βάλει ως θέμα έκθεσης «τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι παραβιάσεις τους στον κόσμο». Με έκπληξη διαπίστωσα ότι όλες οι εκθέσεις είχαν τα ίδια λίγο έως πολύ επιχειρήματα, αλλά ούτε ένα τεκμήριο, ούτε ένα παράδειγμα ούτε μια περίπτωση ωμής παραβίασης δικαιωμάτων σε κάποια χώρα της Ασίας, της Αφρικής ή τον υπόλοιπο κόσμο. Και έτσι άρχισα να τους λέω για τη μεγάλη ανθρωποσφαγή που γινόταν τότε στο «Νταρφούρ», στο Δυτικό Σουδάν, αλλά πριν ολοκληρώσω, με διέκοψε μαθητής λέγοντας:
_Ποιο Νταρφούρ κύριε; Εμείς μόνο τα Carrefour ξέρουμε!… Χαμός στην τάξη.

   Δεν ξέρω αν είμαι τυχερός που έζησα σε συνθήκες στέρησης μικρός, αλλά τότε είχαμε καλύτερη σχέση όχι μόνο με το βιβλίο αλλά και τις εφημερίδες. Τότε ξέραμε περισσότερα από αυτά που γίνονταν στον κόσμο, ακούγαμε με προσοχή τι μας έλεγαν οι δάσκαλοι και οι μεγαλύτεροί μας, ίσως από ένστικτο, ίσως από ανάγκη να μάθουμε πιο πολλά ή από αγάπη για το αγαθό της γνώσης. Όσο ήμασταν παιδιά δεν είχαμε κονσόλες play-station ή Χ-box. Όταν πρωτοβγήκαν τα Attari είχαμε ήδη ενηλικιωθεί. Δεν είχαμε κινητά smart-phones να χαζεύουμε με τις ώρες και να ακούμε μουσική. Όταν βγήκαν τα walkman θεωρούμασταν μεγάλοι. Τότε δε μας έπαιρνε το ξημέρωμα στο Facebook, ούτε περιμέναμε να μας κάνουν like και post οι συμμαθητές και οι συμμαθήτριές μας. Όποιον θέλαμε πολύ τον κάναμε και φίλο, δεν του κάναμε «αίτημα φιλίας» (add) και αν μας άρεσε κα’να κορίτσι της το λέγαμε στα ίσια στα πάρτυ. Δε φωτογραφιζόμασταν όλη την ώρα με selfies σε πόζες περίεργες, ακόμα και στις τουαλέτες από τις καφετέριες, για να τις βγάλουμε στο Instagram αμέσως. Βγάζαμε φωτογραφίες με τις Kodak ή Agfa μηχανές και περιμέναμε μια βδομάδα να εμφανιστεί το φιλμ. Γράφαμε γράμματα-επιστολές στα ελληνικά με ολόκληρες τις λέξεις κι όχι μηνύματα άηχα (sms) με κομμένα τα φωνήεντα ή μόνο με κεφαλαία ή greeklish. Όλα αυτά τα παράγωγα του Hitech πολιτισμού  μας, που μας καθοδηγούν τη σκέψη και μας αφαιρούν την κρίση, ώστε να μην μπορούμε να κάνουμε ούτε λογαριασμό από μόνοι μας αλλά ψάχνουμε κομπιουτεράκια. Τα περισσότερα παιδιά σήμερα δεν έχουν παραστάσεις δηλαδή εικόνες μνήμης στο μυαλό τους συνδυασμένες με λόγο, αφήγηση και κρίση. Η φαντασία τους είναι στενά συνδεδεμένη με τα i-phone κινητά τους ή τα internet καφέ της γειτονιάς τους. Στα αφτιά τους φτάνει η ipod μουσική τους ή η hands free συσκευή τους. Στον κόσμο τους όλα είναι εφικτά και κατανοητά, αλλά λιγότερο ή καθόλου αισθητά. Τα πιο πολλά από όλα τα άλλα είναι αδιάφορα κι ανιαρά. Τ’ ακούνε βαρετά και τα κάνουν μηχανικά.

  Και το ερώτημα παραμένει. Τι έφταιξε για όλα αυτά; Φταίει μόνο η τεχνολογία που τους πήρε τα μυαλά, φταίει το σπίτι τους που τα καλομαθαίνει, το σχολείο που δεν τα νουθετεί, το σύστημα που τα εξαντλεί, το φροντιστήριο που τα μαζοποιεί ή το υπουργείο που αδιαφορεί; Και αν φταίνε όλοι αυτοί ποια είναι η δική τους ευθύνη; Και τι κάνουν τα ίδια τα παιδιά για όλα αυτά;

  Η πικρή αλήθεια είναι ότι το κακό ξεκινάει από το σπίτι και «εξ απαλών ονύχων». Το ιδιαίτερο οικογενειακό περιβάλλον στερεί ή δίνει ερεθίσματα στα παιδιά και από την πολύ μικρή τους ηλικία. Αν οι γονείς δε μιλάνε οι ίδιοι στα παιδιά τους, δεν τους διαβάζουν ποιήματα και παραμύθια, δεν τους τραγουδούν ή δεν τους μαθαίνουν να γράφουν, να διαβάζουν, να ζωγραφίζουν και να παίζουν μαζί, δεν τα βοηθάνε να αναπτύξουν την φυσική τους έφεση στη γνώση και την επικοινωνία, δεν τους αυξάνουν τη φαντασία, ούτε τους καλλιεργούν την κρίση. Αυτά μόνο ο γονέας δηλαδή μια μάνα κι ένας πατέρας μπορούν να τα προσφέρουν στο παιδί τους. Τώρα δεν έχουμε γιαγιά στο σπίτι να λέει παραμύθια στα παιδιά, τώρα τα αφήνουμε με τις ώρες στο διαδίκτυο ή την τηλεόρασή τους και άμα πεινάσουν, το ψυγείο είναι γεμάτο. Στο σπίτι μας τα πάντα λειτουργούν self – service.

   Και στο σχολείο η κατάσταση δεν αλλάζει, εκτός κι αν έχεις την τύχη να έχεις καλό δάσκαλο, να σ’ αγαπάει και να σε βοηθάει, να σε μαθαίνει και να μη σε κουράζει, να σε εμπνέει και να σε πιστεύει. Αλλά σήμερα το σχολείο με τα προβλήματα που έχει δύσκολα τα καταφέρνει. Δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση που πλήττει τις δομές του αλλά και η απαξίωση του ρόλου του δασκάλου στην κοινωνία. Τα πάντα εναπόκεινται στο φιλότιμό του και στη διάθεσή του να αλλάξει την εικόνα της κοινωνίας γι’ αυτόν και το σχολείο. Ο καλός δάσκαλος δε βαριέται, δεν αρκείται στις γνώσεις του μόνο, δίνει το παράδειγμα στην πράξη και προκαλεί το ενδιαφέρον των μαθητών στην τάξη. Αν τα παιδιά ακούν τον δάσκαλο είναι γιατί τους εμπνέει σεβασμό κι εμπιστοσύνη με τον τρόπο που μιλάει, διδάσκει και φέρεται στην τάξη. Ο καλός δάσκαλος στο Δημοτικό είναι πιο πολύτιμος απ’ τον καλό καθηγητή στο Γυμνάσιο ή το Λύκειο. Σε έχει όλη μέρα και σε αναλαμβάνει για ένα ή δύο χρόνια. Αν θα μάθεις σωστά ελληνικά και καλά μαθηματικά θα το χρωστάς στον δάσκαλό σου πρώτα.

  Ο καλός δάσκαλος σήμερα καλείται να διαχειριστεί ανεπάρκειες ή υπερβολές της οικογένειας. Πολλοί γονείς είναι εντελώς αδιάφοροι για την επίδοση και κυρίως τη διαγωγή των παιδιών τους και άλλοι πολύ σχολαστικοί, ιδίως με την επίδοσή τους. Και εδώ χάνεται η ισορροπία. Πολλοί δάσκαλοι αλλά και διευθυντές προσπαθούν να γίνουν ευχάριστοι σε όλους, να μην κάνουν διακρίσεις μαθητών και νιώθουν την πίεση των γονέων. Ο δάσκαλος έτσι γίνεται περισσότερο παιδονόμος, χάνει τον παιδαγωγικό του ρόλο και κάνει συμβιβασμούς ή παραχωρήσεις, που μπορεί μα μην εγκρίνει, γιατί προτιμάει να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Το σχολείο σήμερα είναι αυτό που θέλει η κοινωνία, ιδίως η τοπική. Πολύ ανεκτικό σε σημείο που να χάνεται η πειθαρχία και η τάξη γιατί κανείς δεν τιμωρείται ποτέ και για τίποτα. Έτσι όμως δίνεται η εντύπωση ότι όλα επιτρέπονται ή συγχωρούνται.

   Αλλά και τα προγράμματα σπουδών είναι διαφορετικά. Τώρα τα παιδιά δεν κάνουν Γεωγραφία, όπως παλιά που φτιάχναμε και χάρτες. Ξέρουν τι είναι οριζόντιος και κάθετος διαμελισμός αλλά δεν ξέρουν που πέφτουν τα Τρίκαλα. Μπορεί να μην ξέρουν μυθολογία γιατί δεν τη διδάσκονται, αλλά τώρα έχουν e-tuning και κάνουν animation στην ΤΠΕ. Τώρα μαθαίνουν πρώτα τα Αγγλικά και μετά τα Ελληνικά. Και ερχόμαστε μετά εμείς και θεωρούμε τα γραπτά τους ασύντακτα ή λειψά. Αφού τα παιδιά ξέμαθαν να γράφουν, δεν πιάνουν τόσο μολύβι ή στυλό όσο το ποντίκι του υπολογιστή. Οι περισσότερες εργασίες τους στο σπίτι είναι να βρουν στοιχεία, να τα κατεβάσουν από το Wikipedia και να τα εκτυπώσουν κιόλας. Τα πάνε στο σχολείο κι αυτό είναι όλο. Πώς να μάθουν αφού δεν μπήκαν καν στον κόπο να γράψουν ή να διαβάσουν; Άσε που τα μελάνια του εκτυπωτή κοστίζουν ή το ότι κάποιοι μαθητές δεν έχουν ούτε ηλεκτρονικό υπολογιστή…

  Το κακό είναι ότι αυτό το είδος μάθησης με τις καινοτόμες «δράσεις», όπως εσφαλμένα τις λένε αντί του ορθού δραστηριότητες (πρβ. λεξικό Εμ. Κριαρά), συνεχίζεται και στο Γυμνάσιο – Λύκειο. Μας μιλάνε για την «επικαιροποίηση» (sic) και τη «βελτιστοποίηση» (sic) της γνώσης κι εννοούν την ανατροφοδότηση και την προαγωγή της γνώσης. Μιλάνε για σχολείο «ανοικτό στην κοινωνία». Μα ποτέ το σχολείο δεν ήταν κλειστό στην κοινωνία, πάντα την αντιπροσώπευε. Μιλάνε αόριστα για τις δεξιότητες ή τη συμμετοχή σε «δράσεις» με προγράμματα αρκεί να βγαίνουν τα παιδιά απ’ την τάξη και να γίνονται βεβαίως τα ταξίδια και ιδίως τ’ ακριβά στο εξωτερικό, για να δουλεύουνε οι ταξιδιωτικοί πράκτορες. Μας μιλάνε για το «έξυπνο σχολείο» κι εσχάτως για το «επινοητικό σχολείο». Ναι αλλά οι αναθέσεις της Ιστορίας γίνονται όπως λάχει, ανάλογα με τα ελλείμματα άλλων ειδικοτήτων (ξενόγλωσσων, νομικών κλπ) και όχι με βάση τις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών. Τώρα μάλιστα θυμήθηκαν και την τρίτη ανάθεση -φύγε συ, έλα συ δηλαδή- αφού δεν τους νοιάζει αν μαθαίνουν και τι μαθαίνουν τελικά οι μαθητές. Μας μιλάνε για «σενάρια διδασκαλίας» σε πίνακες διαδραστικούς και power point στη διδασκαλία, αλλά τα παιδιά αυτά τα βαριούνται, άσε δε και τις προβολές σε ταινίες, που κάποιοι το παρακάνουν. Το πρόβλημα επομένως είναι δομικό και λειτουργικό. Δίνουμε μεγαλύτερη σημασία στα μέσα και μας διαφεύγει ο στόχος, ασχολούμαστε με τους τύπους και χάνουμε την ουσία που είναι η αγωγή και η γνώση.

  Δεν είμαι απ’ αυτούς που θ’ αρνηθούν τις ευθύνες τους. Το κακό όμως παράγινε και βλέπεις να περνάνε τα χρόνια και να μη γίνεται τίποτα ουσιαστικό και προς τη σωστή κατεύθυνση από τους ιθύνοντες νόες της εκπαίδευσης. Φταίμε όλοι για την αδράνεια που επιδεικνύουμε αλλά και την έλλειψη στόχων, που βαραίνει ιδίως το Υπουργείο. Ποιο είναι το όραμα της εκπαίδευσης σήμερα; Ποιος είναι ο σκοπός που υπηρετούμε; Υπάρχει κάποιο όραμα που να μας εμπνέει και να μας συγκινεί όλους γονείς, εκπαιδευτικούς και μαθητές για να συνεργαστούμε καλύτερα; Τι προσφέρει τελικά στους μαθητές του το σχολείο; Φτάνουν μόνο οι γνώσεις; Πόσο καλά προετοιμασμένοι είναι να μάθουν να αυτενεργούν και να ’χουν ελευθερία σκέψης; Πόσο είναι συνειδητοποιημένοι για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους στην κοινωνία; Πόσο καλά καταρτισμένοι ή πρόθυμοι είναι οι καθηγητές τους να τους τα μάθουν όλα αυτά;

  Το λάθος είναι να χρεώνουμε στα φροντιστήρια και την παραπαιδεία γενικότερα την εικόνα αυτή του σχολείου σήμερα. Τα φροντιστήρια, τη δουλειά τους κάνουν και είναι κατανοητές οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν προκειμένου να έχουν επιτυχία στις Πανελλαδικές εξετάσεις, που θα τους φέρει κόσμο και θα τους αυξήσει το κέρδος. Το σχολείο όμως, που δεν έχει τέτοιο «ταπεινό» κίνητρο, γιατί να ακολουθεί αυτή την πεπατημένη της «σκοπούμενης γνώσης για την επιτυχία» και να χάνει τον εκπαιδευτικό του προσανατολισμό, που είναι κυρίως η καλλιέργεια του πνεύματος και της ψυχής ελεύθερων ανθρώπων με τη γενικότερη παιδεία ή την κοινωνική τους αγωγή; Το σχολείο δεν έχει κανένα λόγο να ανταγωνίζεται ή να αντιγράφει τα φροντιστήρια. Οι ρόλοι τους είναι διαφορετικοί, οι δρόμοι τους παράλληλοι.

   Βέβαια ο κάθε Υπουργός που έρχεται, εξαγγέλλει μεταρρυθμίσεις, κάνει φιλόδοξα σχέδια μέχρι να έρθει ο επόμενος και να τον αναιρέσει πλήρως. Το λάθος είναι ότι στην εκπαίδευση άλλαζαν τα πάντα με την αλλαγή όχι μόνο κυβέρνησης, αλλά και υπουργού από το ίδιο κόμμα. Δεν υπήρξε διάθεση ή πρόσφορο έδαφος για διακομματική συνεργασία και χάραξη «εθνικού σχεδίου» για την παιδεία και την εκπαίδευση σ’ όλες τις βαθμίδες.

  Κλείνοντας θέλω να επισημάνω το ανησυχητικό έλλειμμα παιδείας που υπάρχει παντού. Είναι ορατό πολλές φορές στον τρόπο που σκεφτόμαστε, συζητάμε ή εκφραζόμαστε για τους άλλους, διασκεδάζουμε με τις παρέες μας ή συμπεριφερόμαστε στους άλλους στη δουλειά, στο γήπεδο και ιδίως στον δρόμο που οδηγούμε ή εκεί που παρκάρουμε κ.λ.π. Αυτό το πρόβλημα σημαίνει πως το σχολείο δεν μπόρεσε να μας μάθει τίποτα για καλούς τρόπους, αυτούς που ενδεχομένως δε μας έμαθαν από το σπίτι οι δικοί μας άνθρωποι. Να ένα όραμα λοιπόν για την παιδεία, η «ηθο-παιδεία», όπως λέει εδώ και χρόνια ο Θεοδόσης Τάσιος. Για αυτό ο καταλυτικός παράγων σ’ όλα αυτά είναι ο δάσκαλος ή ο καθηγητής που πριν διδάξει θα πρέπει πρώτα να εμπνεύσει τους μαθητές του, να τους μεταδώσει την αγάπη του για το αγαθό της γνώσης. Ο Καστοριάδης μιλάει για έρωτα* κι αυτόν τον έρωτα πρέπει να έχει ο εκπαιδευτικός της τάξης.


* "Για να υπάρξει πραγματική εκπαίδευση με την αυστηρή έννοια του όρου υπάρχει μια βασική προϋπόθεση: είναι ότι αυτή η εκπαιδευτική διαδικασία γίνεται αντικείμενο επένδυσης και πάθους και από τους εκπαιδευτικούς και από τους εκπαιδευόμενους και, για να το πω καθαρά, ότι αν δεν υπάρχει έρωτας μες στην εκπαίδευση δεν υπάρχει εκπαίδευση! Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει μέσα στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη -και στο πανεπιστήμιο ακόμη- τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με αυτό που διδάσκει. Λοιπόν, για να τα πω επίσης καθαρά και για να γίνω πλήρως απεχθής σ’ αυτούς που με ακούνε, σήμερα οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται με τις επαγγελματικές τους διεκδικήσεις, οι οικογένειες ασχολούνται με το να πάρει το παιδί ένα «χαρτί» και τα παιδιά ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των πραγμάτων που μαθαίνουν. Λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εκπαίδευση."  Κορνήλιος Καστοριάδης.


Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Για ποια ανάπτυξη;

               
  Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: 
                                                                                         (Παπατσίρος Απόστολος, Ιούνιος ΄95)
                                                                                         
    Η επίδραση που ασκεί η διεθνής συγκυρία είναι καθοριστική για τη χώρα μας και από τη δική μας στάση θα εξαρτηθεί η πορεία μας στο μέλλον. Η μεγάλη απόκλιση που παρουσιάζουμε από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τους δείκτες της οικονομίας καθιστά περισσότερο δυσχερή τη θέση μας στον παγκόσμιο χάρτη. Οι ελλείψεις σε επίπεδο τεχνογνωσίας και τεχνολογικής ή βιομηχανικής υποδομής περιορίζουν αισθητά τα περιθώρια ανάπτυξης και την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα δεν επαρκούν τα εγχώρια κεφάλαια και καθυστερούν δραματικά οι επενδύσεις από το εξωτερικό. Οι εισαγωγές προϊόντων, ακόμα και στον πρωτογενή τομέα, επιβαρύνουν το εμπορικό ισοζύγιο συναλλαγών, οπότε απομένει μόνο ο τουρισμός, η ¨εθνική μας βιομηχανία¨, να τονώσει την οικονομία της χώρας.

   Αν πραγματικά επιθυμούμε τη σύγκλιση με τους εταίρους μας, θα πρέπει να επιμείνουμε στην έρευνα, την τεχνολογία και την ανάπτυξη με την ανάλογη διάθεση πόρων και τη συνεπή και απαρέγκλιτη πολιτική πάνω σ’ αυτή την κατεύθυνση. Η πολιτική λιτότητας για τον λαό που ακολουθούσαν χρόνια τώρα οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, δεν απέδωσε, ούτε πρόκειται ν’ αποδώσει, γιατί το ίδιο το κράτος εξακολουθούσε να είναι σπάταλο στη διαχείριση του εθνικού πλούτου. Η δραστική μεταβολή του χαρακτήρα παραγωγής είναι το σημαντικότερο βήμα που πρέπει ν’ ακολουθήσει η ελληνική κυβέρνηση στο μέλλον, επενδύοντας περισσότερο στις αποκρατικοποιήσεις των υπερχρεωμένων ήδη οργανισμών και επιχειρήσεων του δημοσίου, ώστε να περιορίσει τις τεράστιες δαπάνες του κόστους λειτουργίας τους και κυρίως της μισθοδοσίας τους.

    Γίνεται κατανοητό ότι η συντήρηση του πολυδάπανου κράτους και το κόστος μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν τον μεγάλο εφιάλτη για τους υπουργούς των οικονομικών και τους επιτελείς τους και τη ¨μαύρη τρύπα¨ στο τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα, που εξαναγκάζει τη χώρα να καταφεύγει στον δανεισμό από το εξωτερικό και να διογκώνει κι’ άλλο το δυσβάσταχτο χρέος. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε ν’ αποτελέσουμε ευρωπαϊκή χώρα με προοπτικές ανάπτυξης αν ακολουθούμε αναχρονιστική νοοτροπία στη δομή και λειτουργία του κράτους ή τη διαχείριση της οικονομίας και συσσωρεύουμε χρέη που αποπληρώνουμε με τον εξωτερικό δανεισμό, τη βαριά φορολογία και τη δέσμευση ή εκχώρηση ακίνητης εθνικής περιουσίας. Πρέπει λοιπόν να δοθούν εναλλακτικές λύσεις ανάπτυξης με μετατόπιση του κέντρου βάρους της αναπτυξιακής πολιτικής στον ιδιωτικό τομέα, τον πλέον ανταγωνιστικό και βιώσιμο, όπως άλλωστε γίνεται σ’όλες τις αναπτυγμένες χώρες της Ε.Ε και όλου του κόσμου, ανεξαρτήτως της πολιτικής ιδεολογίας του κόμματος που κυβερνά.

   Το κράτος αποδεικνύεται χρόνια τώρα ¨κακός διαχειριστής¨ των εθνικών κεφαλαίων, γιατί ενώ είχε το μονοπώλιο παραγωγής και διανομής ενέργειας, τις αερομεταφορές, την εκμετάλλευση των λιμένων και των σιδηροδρόμων και πολλές άλλες υπηρεσίες, εντούτοις δεν είχε κερδοφορία, αλλά μόνο χρέη. Γι’ αυτό πρέπει να περιοριστεί ο δημόσιος τομέας ως ασύμφορος οικονομικά και ν’ αναζητηθούν διαφορετικές λύσεις στο επίπεδο της ελεύθερης οικονομίας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας με πρόκληση επενδυτικού ενδιαφέροντος από το εσωτερικό και το εξωτερικό σ’ όλους τους τομείς ανάπτυξης. Εξάλλου το παρελθόν απέδειξε ότι το κάθε κόμμα που ασκούσε την εξουσία, τη χρησιμοποιούσε ως μοχλό άσκησης πίεσης για να εξυπηρετεί την κομματική του πελατεία διορίζοντας παντού ή επινοούσε ακόμα και ειδικές θέσεις πρόσληψης. Αυτή η πολιτική ομηρία του κράτους στο εκάστοτε κυβερνών κόμμα πρέπει επιτέλους να σταματήσει κάποτε, έτσι ώστε και η οικονομία να απαγκιστρωθεί από την πελατειακή πολιτική της κάθε κυβέρνησης και το άγος του δημοσίου τομέα.

    Η εξυγίανση στον χώρο της οικονομίας θα οδηγήσει σε ευρύτερες αλλαγές κοινωνικού χαρακτήρα στη χώρα μας, καθώς την άνοδο του βιοτικού επιπέδου μπορεί ν’ ακολουθήσει η στροφή προς την ποιότητα ζωής και τις φυσικές ή πολιτιστικές αξίες που αγνοούμε ή συνειδητά παραμελούμε. Όμως εκτός από την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής πρέπει ν’ αλλάξουμε και νοοτροπία ως άνθρωποι, να γίνουμε περισσότερο συνεπείς και παραγωγικοί στον χώρο ευθύνης μας και ν’ αποδείξουμε έτσι την κρυφή γοητεία της ψυχής μας και τον αστείρευτο πλούτο του μυαλού μας. Αν θελήσουμε μπορούμε να πετύχουμε! Η δυσκολία είναι να κάνουμε την υπέρβαση του εαυτού μας και να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, όπως κάναμε σε δύσκολες καταστάσεις στο παρελθόν. Η ιστορία μας είναι διδακτική και δεν μπορούμε να την αγνοούμε, ούτε να την ξεχνάμε!