«Στα καμένα», Μιχάλης Γκανάς
Έλα να πάμε στα καμένα,
στον Υμηττό και στην Αυλώνα,
πουλιά και πεύκα συλλογίσου
ενός καμένου παραδείσου,
δέντρα που ήτανε φαντάσου
και στη σκιά τους ξεκουράσου.
Έλα και πάρε με μαζί σου
στην κυριακάτικη εκδρομή σου,
βγάλε με στο χλωρό κορμί σου,
στις εκβολές του παραδείσου.
Έλα να πάμε στα καμένα,
δε μας χωράει πια το σπίτι,
έρχονται δύσκολες ημέρες
μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες,
έρχονται φλόγες απ' τα δάση
και μια φωτιά να μας δικάσει,
μέσα στο πύρινό της χνότο,
από τον έσχατο ως τον πρώτο.
Έλα να βγούμε απ' το σπίτι
ξανά σε δρόμους και πλατείες,
πάρε και τα παιδιά μαζί σου
εδώ, στο χείλος της αβύσσου,
κι άφησε μόνη στο τραπέζι
την τηλεόραση να παίζει,
να δείχνει έγχρωμο τον πόνο
δίπλα σ' ένα φιλέτο τόνο,
να δείχνει φονικά και φλόγες,
τσόντες, πολιτικούς και ρώγες,
ενώ εμείς θα 'χουμε φτάσει
στο σταυροδρομι του εξήντα
με τα παιδάκια μας στον ώμο,
για να μας δείχνουνε το δρόμο.
Στίχοι, Μελάνι
Ερώτηση: Ποια είναι η επιθυμία που διατυπώνεται από τον ποιητή στο ποίημα και για ποιο λόγο; Ποια η ιδιαίτερη σημασία της έγκλισης και του γραμματικού προσώπου του ποιήματος σε σχέση με το περιεχόμενό του; Σε ποιο σημείο του ποιήματος αποδεικνύεται προφητικός ο λόγος του ποιητή; (200 λέξεις)
Η επιθυμία του ποιητή είναι να πάρει το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται (προφανώς τη γυναίκα του) να πάνε έξω στη φύση, εκεί που ήταν πριν δάση, στον Υμηττό και την Αυλώνα και τώρα είναι καμένα. Αναφέρεται στο αττικό τοπίο και συγκεκριμένα στην Αθήνα, η οποία έχει χάσει εδώ και δεκαετίες το περιαστικό της δάσος από τις συχνές πυρκαγιές από τους καταπατητές γης. Η επιθυμία του ποιητή είναι να πάνε να δούνε την καμένη φύση, να νοσταλγήσουν την ομορφιά που χάνουν, να σκεφτούν πως κινδυνεύουν από την αδιαφορία τους, και αυτοί και τα παιδιά τους, γιατί τις πυρκαγιές ακολουθούν πλημμύρες με ανθρώπινα θύματα κι ανυπολόγιστες καταστροφές.
Η έγκλιση που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι η προστακτική και το γραμματικό πρόσωπο το β΄ ενικό: «έλα να πάμε στα καμένα», «συλλογίσου... φαντάσου… ξεκουράσου», «έλα και πάρε με μαζί σου», «βγάλε με στο χλωρό κορμί σου», «έλα να βγούμε απ' το σπίτι», «πάρε και τα παιδιά μαζί σου», «άφησε την τηλεόραση να παίζει». Έτσι εκφράζει την προτροπή του επίμονα, σχεδόν παρακλητικά στη γυναίκα του να τον ακολουθήσει με τα παιδιά μαζί, να δουν τη χαμένη ομορφιά της φύσης και να αφήσουν την τηλεόραση με τα ανούσια ή χυδαία προγράμματά της να παίζει μόνη. Το β΄ ενικό γραμματικό πρόσωπο εναλλάσσεται με το α΄ πληθυντικό, γιατί ο ποιητής μοιράζεται τα συναισθήματά του, εκφράζει τον κοινό πόθο, συμμερίζεται την κοινή αγωνία, τον κοινό φόβο για το μέλλον της πόλης, που δεν είναι ευοίωνο με τα δάση γύρω μας καμένα, και γίνεται προφητικός, αφού αυτή «η φωτιά θα μας δικάσει», κι «έρχονται δύσκολες ημέρες μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες» για πολλά χρόνια αργότερα με τρόπο ολέθριο κι οδυνηρό, ιδίως αν θυμηθούμε την πυρκαγιά στο Μάτι το 2018 ή τις πλημμύρες στη Μάνδρα και τον άδικο χαμό πολλών ανθρώπων. Με τον τρόπο αυτό το οικολογικό μήνυμα του ποιήματος γίνεται πιο υποβλητικό, εύγλωττο κι εύληπτο και ο προφητικός λόγος του ποιητή μας υπενθυμίζει το ηθικό χρέος και την ανάγκη να αγαπούμε και να προστατεύουμε το δάσος.
Απόστολος Παπατσίρος