Η Ρόζα: Ανάλυση στίχων
Ρόζα
Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό
περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα
και συ μου λες μας περιμένει η μπόρα
και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
μα τα κελιά μας είναι χωριστά
σε πολιτεία μαγική γυρνάμε
δεν θέλω πια να μάθω τι ζητάμε
φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις
σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
φωνή εντόμου τώρα ειν’ η φωνή μου
φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου
με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό
Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία
πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι
πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός
περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα
και γω μέσ’ την ομίχλη και τη μπόρα
κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός
Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία
πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
(Άλκης Αλκαίος, 1949-2012)
Ποιο πιστεύετε ότι είναι το νόημα του τραγουδιού «Ρόζα», που έγραψε ο ποιητής και στιχουργός Άλκης Αλκαίος το 1976, το οποίο μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος το 1996, κυκλοφόρησε στον δίσκο «Στου αιώνα την παράγκα» και τραγούδησε μοναδικά ο Δημήτρης Μητροπάνος;
Το νόημα του τραγουδιού είναι μια προσωπική αναζήτηση του ποιητή σε μια περιπλάνηση στους δρόμους μιας «πόλης μαγικής», «δίπλα στα τροχοφόρα» και μια συνάντηση ερωτική με τη γυναίκα που ποθεί, τη Ρόζα, με την οποία αν και «βαδίζει στον ίδιο δρόμο» αυτή τον παρασύρει σ’ ένα «καμπαρέ υγρό», να του «χαρίσει δυο φιλιά», δροσερά αφού «τα χείλη του είναι ξερά και διψασμένα» και «γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό». Ο ποιητής παραδίδεται στα θέλγητρά της, είναι μουδιασμένος, σιωπηλός κι αδύναμος ν’ αντισταθεί στην επιθυμία που γίνεται ανάγκη και η ανάγκη γίνεται συνήθεια που επαναλαμβάνεται όπως και η ιστορία. Η δική του ερωτική ιστορία είναι πως η ζωή του μοιάζει με «φυτό αναρριχώμενο», που αυτή το «κόβει και το ρίχνει στο κενό», ενώ αυτός φτάνει στο σημείο να «κοιμάται στο πλευρό της νηστικός», θέλοντας να της δείξει την αγάπη του σε βαθμό εξάρτησης παθολογικής, αν και τα προσωπικά τους πάθη τους κρατάνε σε «κελιά που είναι χωριστά». Η αγάπη του αυτή είναι λέει από «κάρβουνο και θειάφι», εύφλεκτα υλικά δηλαδή, ανάβουν εύκολα, δε σβήνουν, μείγμα εκρηκτικό, που μπορεί να γίνει φωτιά και να τον κάψει. Γι’ αυτό ο ποιητής φοβάται το τέλος που βλέπει νά’ ρχεται «σαν τα τροχοφόρα που περνούν πάνω τους», ενώ ο ίδιος είναι «μές την ομίχλη και την μπόρα», αδυνατώντας να καταλάβει αυτή τη βουερή εποχή που άλλαξε τη ζωή τους και την ίδια τη Ρόζα, για αυτό και τη ρωτάει -«πως σέ ’χει αλλάξει έτσι ο καιρός;», αλλά και της ζητάει συγνώμη, -«συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί», δηλαδή ένας κόσμος στεγνός από συναισθήματα κι αγάπη. Ο ποιητής έτσι αρκείται σ’ έναν ρόλο παθητικό κι αδύναμο, η φωνή του δε βγαίνει, «είναι φωνή εντόμου» σαν «σε παραμύθι εφιαλτικό» και αφήνεται παραδομένος στη γοητεία της έλξης και στην παρήγορη ερωτική συντροφιά της Ρόζας από «ανάγκη που γίνεται ιστορία», «ιστορία που γίνεται σιωπή».
Η «Ρόζα» που δεν είναι η …Λούξεμπουργκ.
Από τον συνθέτη του τραγουδιού Θάνο Μικρούτσικο είχε διατυπωθεί η άποψη πως η «Ρόζα» δεν είναι άλλη από τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μαρξίστρια επαναστάτρια που σκοτώθηκε στη Γερμανία το 1919, κατά την καταστολή του κινήματος των αριστερών Σπαρτακιστών. Ο Θάνος Μικρούτσικος έλεγε σε συνέντευξή του (εφ. Αυγή, 2014) ότι ο Άλκης Αλκαίος εκατό τοις εκατό θα έγραψε αυτό το τραγούδι για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ προσδίδοντας ιδεολογική διάσταση στους στίχους. Ο Άλκης Αλκαίος όμως ποτέ δεν είχε παραδεχτεί κάτι τέτοιο και του το αρνιόταν, παρά τις επίμονες ερωτήσεις που δεχόταν. Συγγενικό του πρόσωπο είχε μάλιστα δηλώσει ότι υπήρχε κάποτε στη ζωή του ποιητή κάποια Ρόζα, με την οποία συνδεόταν, χωρίς όμως περισσότερα. Όπως και νά’ χει όμως η φαντασία και η πρόσληψη καθενός είναι ελεύθερη, αδίκημα γνώμης ειδικά στην τέχνη δεν υφίσταται, πόσω μάλλον αν μιλούμε για την ποίηση με αλληγορικούς στίχους. Πάντως στην ερωτική ερμηνεία της Ρόζας και όχι την πολιτική συγκλίνει και η ίδια η μουσική σύνθεση και η εκτέλεση του τραγουδιού σε ρυθμό 9/8, βαρύ ζεϊμπέκικο δηλαδή, με τη φωνή του αξέχαστου Δημήτρη Μητροπάνου, για όσους πονάνε ή αγαπάνε κι αφήνονται στα νωχελικά βήματά τους, που γίνονται γερά πατήματα ν’ ακολουθάνε τον ρυθμικό αυτοσχέδιο χορό. Το μουσικό ένστικτο πάντως του Μικρούτσικου τον οδήγησε σε μια τέτοια σύνθεση και σ’ έναν ρυθμό αυθεντικού ζεϊμπέκικου -το μοναδικό που χόρευε κι ο ίδιος ο Μητροπάνος στην πίστα- που είναι ο πιο εκφραστικός σε συναισθήματα, περιπαθής κι ερωτικός χορός για αυτά τα λόγια, που βγάζουν προσωπική ματαίωση, παραίτηση κι εσωστρέφεια και, όχι σε μια οποιαδήποτε άλλη μορφή ενορχήστρωσης ή εκτέλεσης. Θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος ένα άλλο είδος σύνθεσης κι εκτέλεσης -χορωδιακής ή συμφωνικής ας πούμε- για τη Ρόζα;
Παπατσίρος Απόστολος